Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Η εμπειρία ως βάση της Ορθοδόξου θεολογίας Η Ορθοδοξία ως θετική επιστήμη π. Ι. Ρωμανίδης

 

 

  "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη". Τόμος Α'

 

Η θεολογία δεν συγκαταλέγεται στις θεωρητικές επιστήμες, δηλαδή την φιλοσοφία και την μεταφυσική, αλλά στις πρακτικές θετικές επιστήμες. Και αυτό συμβαίνει γιατί στην Ορθόδοξη θεολογία, όπως και στις θετικές επιστήμες, υπάρχει η παρατήρηση και το πείραμα. Παρατηρείται ένα γεγονός, φθάνει κανείς στην θεωρία και στην συνέχεια έχει την δυνατότητα να επαλήθευση την θεωρία.

«Ο επιστήμων βλέπει αυτό που γνωρίζει, που μελετάει και αποκομίζει από εμπειρία γνώσεις περί αυτού του πράγματος. Η γνώση είναι καθαρά εμπειρική σε όλες τις θετικές επιστήμες. Κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας, το ίδιο συμβαίνει στην θεολογία».

Έτσι, νοούμε ότι οι Άγιοι Πατέρες δεν ήταν φιλόσοφοι μεταφυσικοί, αλλά θετικιστές εμπειρικοί, δηλαδή ζούσαν τον φωτισμό και την θέωση.

«Συμφωνούμε απόλυτα, ότι είμαστε θετικισταί. Δεχόμαστε μόνο εμπειρικά φαινόμενα και τίποτε άλλο. Είμεθα απόλυτα σύμφωνοι σ' αυτό. Γιατί, οι Πατέρες μόνο εμπειρικά φαινόμενα εδέχοντο. Γι’ αυτό, ο φωτισμός είναι καθαρά εμπειρική κατάσταση και τίποτε άλλο. Η θέωση εξ ίσου είναι εμπειρική κατάσταση. Και όλη η θεολογία της Εκκλησίας εκπηγάζει από αυτές τις εμπειρικές καταστάσεις».

Το παράδειγμα του αστρονόμου και του μικροβιολόγου είναι χαρακτηριστικό. Δείχνει ότι η επιστήμη τους είναι εμπειρική και όχι στοχαστική. Μέσα από αυτήν την προοπτική μπορούμε να δούμε την Ορθόδοξη θεολογία.

«Ένας γίνεται αστρονόμος, όταν ξέρη να χειρίζεται το τηλεσκόπιο. Και αυτός είναι ο αστρονόμος. Εκείνος που ξέρει και διαβάζει τον χάρτη των άστρων και των ουρανίων σωμάτων, ξέρει να τα εντοπίσει, ξέρει να τα δη με το τηλεσκόπιο, ξέρει να τα μελετήσει κλπ. Εκείνος που βλέπει και έχει την επιστήμη του να βλέπει, αυτός είναι ο αστρονόμος. Μικροβιολόγος είναι εκείνος, ο οποίος με το μικροσκόπιο ξέρει να εντοπίσει μικρόβια. Εκείνος που βλέπει, εκείνος που έχει την εμπειρία, εκείνος είναι επιστήμων.

Λοιπόν, όπως είναι στις άλλες επιστήμες, εκείνος που έχει την γνώση και την εμπειρία και την τέχνη της επιστήμης του είναι επιστήμων, έτσι και στην θεολογία εκείνος που βλέπει, ως φωτισμένος, εκείνος που έχει τα όμματα του φωτισμού, έχει την εμπειρία του φωτισμού, την νοερά προσευχή, την αέναον μνήμη του Θεού κ.ο.κ, αυτός είναι ο θεολόγος».

Έτσι και η Ορθόδοξη θεολογία δεν είναι στοχαστική, αλλά θετική επιστήμη και έχει πείραμα και παρατήρηση-θεωρία.

«Η θεολογία είναι μια θετικότατη επιστήμη, διότι είναι εμπειρικός ο τρόπος έλεγχου. Όπως είναι το πείραμα σε όλες τις θετικές επιστήμες, έτσι υπάρχει και το πείραμα στην Ορθόδοξη θεολογία. Και υπάρχει πειραματήριον και υπάρχουν κριτήρια, υπάρχει έλεγχος με μεγάλη ακρίβεια, για να ξέρουμε ποιος έχει φθάσει σε αυτές τις καταστάσεις».

Στις ανθρώπινες επιστήμες η περιγραφή των παρατηρήσεων αποβλέπει στην επανάληψη και επαλήθευση από αυτούς που επιθυμούν να λάβουν πείρα και γνώση.

«Σε κάθε επιστήμη γίνεται περιγραφή πειραμάτων και τα δεδομένα μιας επιστήμης περιγράφονται σε βιβλία. Από το ένα μέρος έχουμε έκφραση παρατηρήσεων, έχουμε περιγραφή παρατηρήσεων, πειραμάτων. Από το άλλο μέρος ο σκοπός αυτής της περιγραφής είναι να οδηγηθούν και οι άλλοι στην ίδια παρατήρηση. Οπότε, έχουμε παρατήρηση, περιγραφή της παρατηρήσεως, με σκοπό να οδηγηθούμε πάλι στην ίδια παρατήρηση.

Ένας αστρονόμος περιγράφει ένα μέρος των αστέρων, δηλαδή, έχω την περιγραφή, έχω και χάρτη, ίσως και φωτογραφία, και χρησιμοποιώντας το τηλεσκόπιο, επαναλαμβάνω και εγώ την εμπειρία την οποία είχε ο προηγούμενος. Δηλαδή, εκείνος είχε την εμπειρία και την περιέγραψε. Ο σκοπός της περιγραφής είναι και να μου αποδώσει το τι είδε, αλλά και να με καταστήσει δυνατόν να δω κι εγώ είτε με την φαντασία μου ή με μία φωτογραφία ή με το τηλεσκόπιο. Οπότε, ο σκοπός της περιγραφής είναι η επανάληψη. Παρατήρηση, περιγραφή, επανάληψη της παρατηρήσεως.

Το ίδιο ακριβώς είναι η πατερική παράδοση. Οι παρατηρηταί είναι οι Θεούμενοι, έχουν την θεοπτία, περιγράφουν και σκοπός της περιγραφής είναι η επανάληψη της παρατηρήσεως, δηλαδή θέωση, έκφραση Θεώσεως, με σκοπό να φθάσουμε και οι άλλοι στην θέωση. Λοιπόν, είναι ακριβώς η ίδια επιστημονική μέθοδος που υπάρχει σ' όλες τις θετικές επιστήμες και στην Ορθόδοξη θεολογία. Με την διαφορά ότι, ενώ στις θετικές επιστήμες το περιγραπτόν είναι περιγραπτόν, στην Ορθόδοξη θεολογία το περιγραπτόν είναι απερίγραπτον. Αυτό είναι το πρόβλημα δηλαδή, διότι ο Θεός δεν ομοιάζει με τίποτα το κτιστόν και δεν υπάρχει καμία ομοιότης μεταξύ του Ακτίστου και του κτιστού.

Οπότε, υπάρχει η εμπειρία της Θεώσεως που είναι η θεοπτία, αλλά αυτό που παρατηρεί κανείς είναι απερίγραπτον και, επομένως, περιγράφεται κατά τέτοιον τρόπο που να φαίνεται ότι είναι απερίγραπτον. Και τονίζουν συνέχεια οι Πατέρες ότι ο Θεός ο απερίγραπτος και απερίγραπτος και απερίγραπτος. Αλλά όμως Τον περιγράφουν. Τον περιγράφουν με αυτά τα νοήματα, τα οποία έχουν συμβολικόν χαρακτήρα, και βέβαια γι’ αυτό έχουμε και την αποφατική θεολογία, διότι κάθε θέση έχει και την άρνηση της. Όχι διότι ο Θεός είναι θέση και άρνηση, αλλά διότι ο Θεός υπερβαίνει και την θέση και την άρνηση κ.ο.κ. ».

Οι Θεούμενοι έχουν προσωπική εμπειρία του Θεού, βλέπουν την δόξα του Θεού. Όμως, επειδή υπάρχει διαφορά μεταξύ κτιστού και Ακτίστου και επειδή ο Θεός και φανερούμενος παραμένει μυστήριο και απερίγραπτος, γι’ αυτό η Ορθόδοξη θεολογία είναι αποφατική, όχι όμως αγνωστικιστική. Σε αυτό διαφέρει η Ορθόδοξη θεολογία από τις επιστήμες.

«Στις άλλες επιστήμες, αυτό που περιγράφεται είναι περιγραπτό και ό,τι μπορεί κανείς να περιγράψει, είναι χρώματα, είναι σχήματα, είναι μαθηματικά σύμβολα κλπ. Και μπορείς να μιλήσεις γι’ αυτό το πράγμα. Ξέρεις ότι υπάρχει εν κινήσει και έχει όγκο, βάρος, ταχύτητα κλπ. Στην θεολογία αυτό που βλέπει κανείς στην θέωση, εκτός από την ανθρώπινη φύση του Χριστού, είναι απερίγραπτο. Δεν έχει καμιά ομοιότητα με τίποτα το κτιστό. Δεν υπάρχει καμιά ομοιότητα ώστε να μπορείς με το όμοιο να περιγράψεις το όμοιο. Ούτε χρώμα έχει ούτε σχήμα έχει ούτε μέγεθος ούτε ύψος ούτε βάρος, τίποτα. Δεν έχει τίποτα το κοινό με ο,τιδήποτε το κτιστόν, όλα αυτά που ξέρουμε με την εμπειρία μας, με την αφή, με την όσφρηση, με τα μάτια μας, με την λογική μας, με τα αυτιά μας, ο,τιδήποτε εμπειρία έχουμε είτε σωματική είτε λογική. Αυτό που λέγεται Θεός είναι τελείως διαφορετικό. Καμία ομοιότης.

Οι Πατέρες το τονίζουν και το ξανατονίζουν. Και από πού το ξέρουν ότι δεν έχει καμία ομοιότητα; Από την εμπειρία. Η ίδια η εμπειρία της Θεώσεως τους εδίδαξε ότι δεν έχει καμία ομοιότητα. Ούτε σκότος είναι ούτε φως είναι. Και έχουμε όλα αυτά τα ωραία της αποφατικής θεολογίας. Σε αυτό ακριβώς είναι η διαφορά με τις θετικές επιστήμες. Οι θετικές επιστήμες ασχολούνται με περιγραπτά και η θεολογία με κάτι το απερίγραπτο.

Οπότε, το κριτήριο της Ορθοδόξου θεολογίας δεν είναι η όμορφη γλώσσα που χρησιμοποιούμε όταν μιλάμε για την αποφατική θεολογία. Υπάρχουν μερικοί που πετάνε λόγια, που χρησιμοποιούν την ωραία γλώσσα της αποφατικής θεολογίας και έχει μεγάλη ποίηση ξέρετε αυτή η γλώσσα, συγκλονίζει αυτός ο τρόπος της σκέψεως. Αλλά μερικοί συγκλονίζονται από τις ιδέες της αποφατικής θεολογίας και δεν ξέρουν πού είναι τα θεμέλια αυτής της θεολογίας. Και θεολογούν αποφατικά. Και έχει καταντήσει να είναι μια ωραία συρραφή από ωραίες σκέψεις και λέξεις. Αυτό εννοώ, ότι έχει ταυτισθεί η θεολογία με ωραιολογία».

Το θεμέλιο της Ορθοδόξου θεολογίας είναι η εμπειρία της αποκαλύψεως και όχι ο στοχασμός. Και από την εμπειρία προέρχεται η καταφατική και η αποφατική θεολογία.

«Τα θεμέλια της καταφατικής και αποφατικής θεολογίας δεν έχουν καμία σχέση με τον στοχασμό του ανθρώπου, αλλά προέρχονται από την ίδια την εμπειρία της Θεώσεως, οπότε διαπιστούται από την εμπειρία αυτή, ότι μεταξύ του κτιστού και του Ακτίστου δεν υπάρχει καμία ομοιότης. Αυτό είναι το θεμέλιο αυτής της θεολογίας, το οποίο θεμέλιο βασίζεται στην αποκάλυψη. Δεν βασίζεται στον στοχασμό του ανθρώπου.

Επομένως, εξ αιτίας αυτής της εμπειρίας της Θεώσεως, ο άνθρωπος, ως παρατηρητής, αφού εξακριβώνει από την εμπειρία του, γνωρίζει ότι δεν υπάρχει ουδεμία ομοιότης μεταξύ του κτιστού και του Ακτίστου και ότι το Άκτιστον δεν ανταποκρίνεται σε κανένα νόημα το οποίο μπορεί ο άνθρωπος να συλλάβει μέσα στο μυαλό του. Βέβαια, μιλώντας για τον Θεό, για λόγους πνευματικής καθοδηγήσεως είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποίηση την γλώσσα την καταφατική. Αλλά, για να μη ταυτισθεί ποτέ ο Θεός με τις καταστάσεις αυτές, εφ’ όσον δεν ταυτίζεται με τα νοήματα, που μπορεί να έχει ο άνθρωπος, γι’ αυτόν τον λόγο και διορθώνονται οι καταφάσεις με αποφάσεις. Και έχουμε κατάφαση και απόφαση σε όλα τα θέματα όπως για παράδειγμα λέμε ότι ο Θεός οράται αοράτως και γινώσκεται αγνώστως κλπ.».

Οι Άγιοι έφθασαν στην θέωση και γι’ αυτό έχουν ταυτότητα εμπειριών και ίδια γνώση του Θεού.

«Οι άνδρες των θετικών επιστημών ερευνούν ένα ορισμένο αντικείμενο είτε γιατροί είναι, μαθηματικοί, γεωλόγοι, γεωπόνοι κ.ο.κ., και αυτά τα περιγράφουν με ρήματα και νοήματα. Όταν γράφουν, δηλαδή, αυτά ανταποκρίνονται με τις εμπειρίες που ημπορεί να έχει ο κάθε ένας, ο οποίος θέλει ν' ασχοληθεί με εκείνη την επιστήμη.

Υπάρχει μία ταυτότης εμπειριών, γι’ αυτό και όταν γράψει ένας γεωλόγος, μηχανολόγος, δεν ξέρω, ας πούμε, στη Ρωσία, αυτά που γράφει εκείνος, όταν μεταφραστούν σε ξένες γλώσσες, τα διαβάζει ένας Γάλλος, Γερμανός, Αμερικανός, καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο.

Αυτό γίνεται σε όλες τις θετικές επιστήμες, γι’ αυτό και υπάρχει μια κοινή γλώσσα που καθρεφτίζει την εμπειρία διαφόρων επιστημόνων. Όταν ένας περιγράφει ένα πείραμα στην άκρη του κόσμου, περιγράφει το πείραμα του και λέει ότι έκανα αυτό και αυτό. Μετά ο άλλος, αν δεν έχει εμπιστοσύνη σε αυτά που γράφει, επαναλαμβάνει το ίδιο το πείραμα, ακριβώς όπως το περιγράφει εκείνος, και έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Και εφόσον όλοι έχουν τα ίδια αποτελέσματα, συμφωνούν όλοι ότι αυτή η ανάλυση αυτής της πραγματικότητος είναι η σωστή ανάλυση. Και επικρατούν ορισμένες απόψεις, που είναι άσχετες με θρησκευτικές πεποιθήσεις ή πολιτικές πεποιθήσεις ή κοινωνιολογικές πεποιθήσεις κ.ο.κ., τελείως άσχετα δηλαδή.

Λοιπόν, όλος αυτός ο τρόπος ερεύνης εντάσσεται σε αυτό που λέμε θετικές επιστήμες, γιατί οι θετικές επιστήμες καθρεφτίζουν μια γνώση που ελέγχεται από επαναληπτικές ενέργειες, συνθέσεις πραγμάτων που βγάζουν ένα ορισμένο αποτέλεσμα. Και αυτό το αποτέλεσμα αποδεικνύει ότι είναι σωστή η μέθοδος».

Στις επιστήμες, η πείρα των ερευνητών επιστημόνων μεταβιβάζεται και στους μαθητές τους. Η εμπειρική γνώση κάνει έναν κύκλο. Το ίδιο παρατηρείται και στην Ορθόδοξη θεολογία, με την διαφορά ότι υπάρχουν βαθμοί γνώσεως, καθώς επίσης η θέα του Θεού είναι ακατανόητη και απερίγραπτη.

«Έχουμε ένα κύκλο, όπως έχουμε στην αστρονομία. Ο πρώτος βλέπει με το τηλεσκόπιο του Mount Wilson και είδε για πρώτη φορά 200 γαλαξίες, που πριν νομίζανε ότι υπάρχει μόνο ένας. Εθέσανε σε λειτουργία το τηλεσκόπιο, φωτογραφίσανε και όλοι με την πρώτη φορά είδαν διακόσιους γαλαξίες. Τώρα έχουν βρει κάπου εκατό χιλιάδες γαλαξίες. Ο αστρονόμος Χάμπελ, που πρώτος χειρίστηκε το τηλεσκόπιο, είχε μια εμπειρία με αυτά που είδε. Αυτή η εμπειρία γίνεται και εμπειρία των διαδόχων του.

Έχουμε την εμπειρία, έχουμε την έκφραση της εμπειρίας, έχουμε την επανάληψη της εμπειρίας και, μετά, στην αστρονομία και τις θετικές επιστήμες, έχουμε και βαθύτερα εμπειρία. Γιατί; Διότι, όσο καλύτερο όργανο φτιάχνουμε, τόσο καλύτερες εμπειρίες θα έχουμε και τόσο ευρύτερες εμπειρίες θα έχουμε στις θετικές επιστήμες.

Στην θεολογία όμως, δεν έχουμε αυτά τα είδη γνώσεων. Διότι το αντικείμενο είναι απερίγραπτο. Δεν είναι περιγραπτό. Ούτε είναι κτιστό, ώστε να μπορούμε με κτιστά όργανα να γνωρίσουμε το άκτιστο. Αλλά, ο άνθρωπος, φυσιολογικά, έχει το όργανο που λέγεται νους, με το οποίο ετοιμάζεται για να έχει την εμπειρία της Θεώσεως.

Όταν, όμως, φθάνει στην εμπειρία της Θεώσεως, επειδή δεν υπάρχει καμία ομοιότητα μεταξύ του Ακτίστου και του κτιστού, το άκτιστο παραμένει μυστήριο και παραμένει απερίγραπτο. Ο άνθρωπος αυτός γίνεται θεατής του απερίγραπτου, το οποίο δεν μπορεί να το περιγράψει και να θέλει να το περιγράψη· δεν μπορεί να το καταλάβει και να θέλει να το καταλάβει. Είναι και ακατανόητο. Είναι μυστήριο απερίγραπτο κ.ο.κ. Απλώς, το βλέπει κανείς. Γι’ αυτόν τον λόγο, το επαναληπτικό μέρος είναι πάντοτε επανάληψη της ίδιας πραγματικότητας, με τα ίδια όρια κ.ο.κ.

Η μόνη διαφορά είναι, ότι μερικοί φθάνουν μόνο στον φωτισμό και δεν φθάνουν στην θέωση, άλλοι έχουν μία έλλαμψη, ή δυο, τρεις ελλάμψεις, άλλοι φθάνουν όχι μόνο στην έλλαμψη, αλλά και στην θέα. Άλλος, μπορεί να φθάσει και στην διαρκή θέα. Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες, συνέχεια περιπατώντας να έχει διαρκή θέα της δόξης του Θεού κ.ο.κ.

Οπότε, στην ένταση μπορεί να διαφέρει η εμπειρία, αλλά στην περιγραφικότητα δεν διαφέρει. Διότι, όσα μπορεί να πει ο ένας στην έλλαμψη, το λέει κι ο άλλος στην θέα ή την διαρκή θέα. Και πάλιν ο Θεός είναι απερίγραπτος, πάλι ασύγκριτος κ.ο.κ. Είναι αυτό που είναι. Η εμπειρία, δηλαδή, είναι η ίδια».

Από αυτό φαίνεται καθαρά ότι η γνώση που έχουν οι Άγιοι στηρίζεται στην προσωπική τους πείρα και όχι στην λογική και την φαντασία. Συμβαίνει ό,τι και στην επιστημονική γνώση που προηγείται το πείραμα, η παρατήρηση και από εκεί εξάγεται η γνώση. Γι’ αυτό και οι Άγιοι αναγνωρίζονται μεταξύ τους, ο ένας καταλαβαίνει τον άλλον.

«Υπάρχει ένας βιολόγος στη Ρωσία, βλέπει με το ηλεκτρονικό του μικροσκόπιο ένα μικρόβιο, κάτι στο κύτταρο, πώς συντίθεται κλπ, το περιγράφουν τώρα βέβαια και το φωτογραφίζουν κιόλας με τα ηλεκτρονικά μέσα που έχουν κλπ. Δεν είναι ανάγκη πλέον να το περιγράψεις· το φωτογραφίζουν μέσω των ηλεκτρονικών μηχανημάτων. Και το ίδιο πράγμα που βλέπει ένας στη Ρωσία, το βλέπει και ο άλλος στην Αμερική. Ακριβώς το ίδιο πράγμα. Και όποιοι έχουν τα μηχανήματα βλέπουν τα ίδια πράγματα και κάνουν τις αναλύσεις τους και φθάνουν στα ίδια συμπεράσματα, με την ίδια περιγραφή κ.ο.κ.

Το ίδιο συμβαίνει και στην πατερική θεολογία. Και στις δύο παραδόσεις (Ανατολή και Δύση), έχουν την ίδια εμπειρία του φωτισμού και της Θεώσεως, και, όταν θα συναντηθούν, ο ένας θα γνωρίζει τον άλλον. Όπως κάνει ένας βιολόγος με έναν άλλο βιολόγο, ένας μαθηματικός με έναν άλλο μαθηματικό κ.ο.κ. Γιατί; Διότι έχουν όλοι την ίδια εμπειρία.

Γι’ αυτό και οι Πατέρες λένε ότι, εάν βασισθούν επάνω στην λογική, τότε συνέχεια θα μαλώνουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, διότι ο καθένας, με την λογική του, βλέπει τα πράγματα διαφορετικά. Εάν η λογική δεν διορθώνεται από την πείρα, από την εμπειρία, από την παρατήρηση, είναι ένα αδέσποτο πράγμα δηλαδή, ο καθένας φαντάζεται ό,τι θέλει».

Τα αποτελέσματα της εμπειρίας της Θεώσεως είναι θεόπνευστα και αλάθητα, οπότε οι έχοντες θεία εμπειρία είναι θεόπνευστοι.

«Η εμπειρία της θεοπτίας κάνει θεόπνευστο τον άνθρωπο, ώστε να γράφει θεόπνευστα πράγματα. Και διερωτώμαι: Αυτό τι διαφέρει από έναν αστρόπνευστο αστρονόμο δηλαδή, ο οποίος βλέποντας τα άστρα έχει την εμπειρία των άστρων και περιγράφει τα άστρα; Οπότε, είναι αστρόπνευστος, δηλαδή. Δεν είναι μηχανική η αστροπνευστία. Βλέπει με τις αισθήσεις του, παρατηρεί η λογική του, κάνει μια ταξινόμηση της εμπειρίας του και κάνει την περιγραφή ο άνθρωπος. Αυτό το κάνανε όλοι οι επιστήμονες. Σε τι διαφέρουν από τους σημερινούς θετικούς επιστήμονες σε αυτό τον τομέα, οι βιολόγοι, χημικοί, κλπ, κλπ, κλπ, εξ απόψεως περιγραφικής αναλύσεως;

Και ο θεόπτης αυτό που βλέπει, χωρίς να βλέπει -διότι βλέπει την ενέργεια και όχι την ουσία- χρησιμοποιεί περιγραφική γλώσσα και μάς λέει ότι είναι απερίγραπτον σε αυτήν την περιγραφική γλώσσα και χρησιμοποιεί συμβολικά ονόματα για τον σκοπό που αναπτύξαμε».

Επομένως, η Ορθόδοξη θεολογία, όπως εκφράζεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας, είναι εμπειρική. Αυτό το βλέπουμε και στους Αποστόλους. Σε όλη την βιβλικοπατερική παράδοση γίνεται λόγος για την εμπειρία.

«Η σωστή θεολογία είναι έκφραση της εμπειρίας της Θεώσεως. Το κλειδί της Ορθοδόξου θεολογίας είναι η εμπειρία. Τονίζουν οι δικοί μας θεολόγοι ότι θεμελιώνουν την θεολογία πάνω στην εμπειρία. Οι Πατέρες έχουν ως μόνο θεμέλιο της θεολογίας τους την εμπειρία ή την θεωρία».

Η εμπειρία της θεολογίας είναι η παρατήρηση των ενεργειών του Θεού, η θέα της δόξης του Θεού. Και αυτό είναι μια προσωπική εμπειρία.

«Για να θεολογήσει κανείς πρέπει να έχει την εμπειρία της θεολογίας, όχι απλώς σκέψη. Δεν μπορεί, για να είναι θεολόγος, να θεολογεί κανείς με την σκέψη του απλώς, να ταυτίζει την σκέψη του με την θεολογία· όχι. Θα απόκτηση την εμπειρία, αν γίνει θεολόγος, θα περάσει από την κάθαρση, θα φθάσει στον φωτισμό και τότε είναι θεολόγος, αφού έχει τον φωτισμό.

Κι αφού έχει την ενέργεια του Θεού μέσα του, γίνεται παρατηρητής των ενεργειών του Θεού και γι’ αυτόν τον λόγο ως παρατηρητής κάνει περιγραφική ανάλυση και ξέρει ο ίδιος πως έφτασε σε αυτή την κατάσταση και είναι σε θέση να οδηγήσει τους άλλους σε αυτή την κατάσταση.

Λοιπόν, αυτός ο άνθρωπος δουλεύει επιστημονικά. Αλλά, επιστημονικά με ποιόν τρόπο: Με έναν τρόπο που ομοιάζει πολύ με την ιατρική επιστήμη περισσότερο από τις άλλες επιστήμες. Λοιπόν, το κάνει ουσιαστικά. Από τον Πνευματικό του Πατέρα δέχεται μια διάγνωση. Αυτή η διάγνωση αφορά την σύνδεση του προς τον Γέροντα, αυτό δηλαδή είναι μια διάγνωση. Και λέει ότι υπάρχει ο Θεός, ο ενσαρκωμένος Λόγος, ο Χριστός, υπάρχει η τιμή των Αγίων κ.ο.κ.

Πού το ξέρουμε αυτό το πράγμα; από την φιλοσοφία το ξέρουμε, από τις θετικές επιστήμες το ξέρουμε; από πού το ξέρουμε; Το ξέρουμε από την αποκάλυψη. Πώς το ξέρουμε από την αποκάλυψη; Διότι υπάρχουν οι θεόπται, αυτοί που είδαν την δόξα του Θεού, έφθασαν στην θέωση, και αυτοί είναι οι αυτόπται μάρτυρες περί της Ακτίστου δόξης του Θεού, διότι μεταξύ Θεού και κόσμου δεν υπάρχει ουδεμία ομοιότης κ.ο.κ.».

Η Ορθόδοξη θεολογία είναι έκφραση θεοπτίας, αλλά δεν ταυτίζεται η θεολογία με την εμπειρία της Θεώσεως.

«Ο θεολόγος, ουσιαστικά, είναι ένας που είναι στην κατάσταση φωτισμού, αυτός είναι ο θεολόγος δηλαδή. Και όταν φθάνει στην θέωση αυτού η θεολογία καταργείται, όχι με την έννοια ότι αχρηστεύεται, αλλά καταργείται, με την έννοια ότι ο ίδιος υπερέβη πλέον την θεολογία και καταλαβαίνει ότι μεταξύ της θεολογίας και της εμπειρίας της Θεώσεως δεν υπάρχει ταύτιση, αν και το ένα εξαρτάται από το άλλο, διότι η θεολογία βγαίνει από την εμπειρία της Θεώσεως.

Αυτή είναι η λεγόμενη θεοπνευστία δηλαδή, βγαίνει από την εμπειρία της Θεώσεως, αλλά δεν ταυτίζεται με την εμπειρία της Θεώσεως. Και η θεολογία, κυρίως υπό την μορφή της προσευχής και της νήψεως δηλαδή, αυτή η θεολογία έχει θεραπευτικό σκοπό και κανέναν άλλον σκοπό».

Και όταν θεολογούν οι Άγιοι, δεν το κάνουν από την ανθρώπινη γνώση και τις προσωπικές μελέτες τους, αλλά από την προσωπική τους εμπειρία. Γνωρίζουν από προσωπική πείρα την άκτιστη ενέργεια του Τριαδικού Θεού.

«Ο Μέγας Αντώνιος, που δεν ήταν μορφωμένος, κατά κόσμον, ήξερε ότι ο Άρειος ήταν αιρετικός από την δική του εμπειρία. Ο ίδιος, όταν είχε την θεοπτία, δεν έβλεπε κανέναν κτιστό Λόγο. Τον έβλεπε άκτιστο».

Έτσι, υπάρχει ο Θεός της εμπειρίας των Αγίων και ο Θεός των φιλοσόφων και στοχαστών και υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο.

Άλλο η εμπειρία των Αγίων και άλλο ο στοχασμός των φιλοσόφων.

«Ο Θεός που υπάρχει, είναι ο Θεός, ο οποίος είναι γνωστός στην εμπειρία της Θεώσεως. Όταν ο Προφήτης, ο Απόστολος, ο άγιος φθάνει στην θέωση και γεύεται τον Θεό στην εμπειρία του, αυτός ο Θεός της εμπειρίας υπάρχει. Ο εμπειρικός Θεός υπάρχει. Οι άλλοι θεοί των άλλων, δεν είναι θεοί. Δεν υπάρχουν αυτοί οι θεοί. Υπάρχει αυτός ο Θεός».

Επομένως, η Ορθόδοξη θεολογία δεν είναι μεταφυσική. Είναι σοβαρό λάθος μερικών να την ταυτίζουν με την μεταφυσική. Εμείς, ό,τι γνωρίζουμε για τον Θεό, προέρχεται από την πείρα των θεοπτών Αγίων και εάν έχουμε και δική μας πείρα.

«Από την Ορθόδοξη εμπειρία όμως εμείς δεν ξέρουμε κανέναν Θεό της μεταφυσικής και μάλλον θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε ως δεισιδαιμονία την ιδέα ότι υπάρχει Θεός που ταυτίζεται με την μεταφυσική. Σε μας ο Θεός είναι του Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, δηλαδή είναι ο Θεός της εμπειρίας της Θεώσεως. Δεν ξέρω άλλον Θεό.

Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Διότι η Ορθόδοξη γνωσιολογία είναι καθαρή, γιατί προέρχεται από την κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση. Δηλαδή, η ακριβής γνώση του Θεού, που έχουμε ως Ορθόδοξοι, προέρχεται από την εμπειρία της καθάρσεως, του φωτισμού και της Θεώσεως των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων της Εκκλησίας και δεν έχουμε καμία άλλη πηγή.

Στην προσπάθεια των νεοελλήνων θεολόγων -ξέρετε ποιοι είναι οι νεοέλληνες θεολόγοι; Αυτοί που κατέλαβαν την πρώτη εποχή τις έδρες του Πανεπιστημίου Αθηνών όταν ιδρύθηκε αυτοί, ακολουθούντες τον πατριωτισμό του νεοελληνισμού, προσπάθησαν να εκτοπίσουν τους Προφήτες από την μέση και να τους αντικαταστήσουν με τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Οπότε, αντί να είναι η Παλαιά Διαθήκη η προετοιμασία για την Καινή Διαθήκη, έγινε η αρχαία Ελληνική φιλοσοφία. Και αυτό ο κάθε πατριώτης έπρεπε να το παραδεχθεί. Και αυτό είναι ένας λόγος, γιατί οι καλόγεροι έγιναν οι εχθροί του νεοελληνισμού κατά τους νεοέλληνας».

Οι Πατέρες έχουν ως βάση την εμπειρία και όχι την φιλοσοφία ούτε απλώς την φαντασία, ακόμη και η εμπειρία δεν συνδέεται με την απλή μελέτη της Αγίας Γραφής.

«Όλο αυτό το οικοδόμημα βασίζεται σε μία εμπειρική γνώση, δεν είναι θεωρία ενός φιλοσόφου ή κάποιου που κάθεται με την Αγία Γραφή στο χέρι του και φαντάζεται τι γράφει η Αγία Γραφή δηλαδή, ή παίρνει Πατέρες της Εκκλησίας για να τον βοηθήσουν να διάβαση την Αγία Γραφή και φαντάζεται τι λένε οι Πατέρες και τι λέει η Αγία Γραφή. Ο καθένας με την φαντασία του βαδίζει».

«Για να φθάσει κανείς σε ένα σημείο να έχει κοινωνία με τον Θεό, πρέπει να καταλάβει πρώτα - πρώτα την διάγνωση της πίστεως, της καταστάσεως του ανθρώπου και μετά την θεραπεία, οπότε έχουμε διάγνωση και θεραπεία».

Η Ορθόδοξη θεολογία διδάσκεται από αυτούς που έχουν εμπειρία προσωπική της Θεώσεως.

«Εδώ, πλέον, ερχόμαστε στο θέμα της εμπειρίας, αλλά πριν έχει ο καθένας μια εμπειρία, όταν δεν έχει εμπειρία, διδάσκεται από τους έχοντες. Δεν είναι έτσι;

Οπότε, πάμε στο σχολείο και μάς λέει ο δάσκαλος για τα άστρα, και έχουμε ένα βιβλίο του Δημοτικού Σχολείου και βλέπουμε μερικές φωτογραφίες από τα άστρα, μαθαίνουμε ορισμένα στοιχεία. Αυτά τα κύρια σώματα, τα πολύ γνωστά μέσα από το βιβλίο, μετά, το βράδυ, αν ζούμε σε κανένα χωριό και δεν υπάρχει πολύς φωτισμός, καθόμαστε και χαζεύουμε και βλέπουμε αυτό το θέαμα. Στην Αθήνα μπορούμε να περνάμε όλη την ζωή μας χωρίς ποτέ να δούμε τα άστρα.

Αν κανείς θέλει να γίνει αστρονόμος, θα πάει να βρει τους αστρονόμους και ένα Πανεπιστήμιο που υπάρχει έδρα αστρονομίας, υπάρχει τηλεσκόπιο κ.ο.κ., και γίνεται αστρονόμος».

Μπορεί να μάθη κανείς διανοητικά για τον Θεό, αλλά, όταν φθάσει στην εμπειρία της Θεώσεως, αυτή η διανοητική θεολογία καταργείται.

«Ο σκοπός της θεολογίας είναι να καταργηθεί η θεολογία. Και καταργείται η θεολογία στην εμπειρία της Θεώσεως».

Από αυτά αντιλαμβανόμαστε ότι η δυτική θεολογία που στηρίζεται στον στοχασμό, την φιλοσοφία και την λογική, θα πρέπει να αλλάξει, να ακολουθήσει την εμπειρική μεθοδολογία των Πατέρων. Αυτό προσδιορίζεται και από την σύγχρονη επιστήμη.

«Το περασμένο καλοκαίρι είχα παρουσιάσει μια εισήγηση, στην οποία ανέφερα ότι οι δυτικοί θεολόγοι ή θα ακολουθήσουν την εμπειρική μεθοδολογία των Πατέρων της Εκκλησίας στα θεολογικά θέματα ή θα τα μαζέψουν και θα εγκαταλείψουν τον στίβο, διότι δεν είναι πλέον πιστευτοί με την παλιά τους ανθρωπολογία, γνωσιολογία, κ.ο.κ. Και ανέφερα πως η χαριστική βολή εναντίον της μεταφυσικής ήταν πλέον η εμφάνιση της κβαντομηχανικής.

Η κβαντομηχανική κατέστρεψε πλέον την έννοια της καθαράς μαθηματικής και φαίνεται σαφώς ότι δεν υπάρχει ούτε ένδειξη πλέον ότι υπάρχει κάτι το αμετάβλητο μέσα στον κόσμο. Όλα είναι εν συνεχή κινήσει και δεν μπορεί κανείς να προδιαγράψει ακριβώς πώς θα λειτουργήσει ένα ηλεκτρόνιο μέσα σε ένα άτομο. Το ηλεκτρόνιο δεν προκαθορίζεται πλέον με την θεωρία του Max Planck. Είναι αποδεδειγμένο πλέον με πειράματα».

Συνεπώς η πραγματική θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας είναι εμπειρική, είναι αποκαλυπτική, δηλαδή είναι εμπειρία της αποκαλύψεως, και όχι φιλοσοφικ

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2024

Σχετικά με την άσκηση της προσευχής









Δεν δίνετε προσοχή στην προσευχή στην καθημερινότητά σας. Ο άνθρωπος παραμελεί το ζήτημα της προσευχής. Οι προσευχές ήταν παλαιότερα επιπόλαιες, κι ο άνθρωπος έκανε απλώς τα τυπικά ενώπιον του Θεού. Κανένας άνθρωπος δεν προσέφερε ποτέ ολοκληρωτικά την καρδιά του ενώπιον του Θεού ούτε επιδόθηκε σε αληθινή προσευχή με τον Θεό. Ο άνθρωπος προσευχόταν στον Θεό μονάχα όταν ανέκυπταν προβλήματα. Καθ’ όλο αυτό το διάστημα, έχεις προσευχηθεί ποτέ πραγματικά στον Θεό; Έχει υπάρξει ποτέ στιγμή που να έχεις δακρύσει από τον πόνο ενώπιον του Θεού; Έχει υπάρξει στιγμή που να κατάφερες να γνωρίσεις τον εαυτό σου ενώπιόν Του; Είχες ποτέ μια εγκάρδια προσευχή με τον Θεό; Η προσευχή προκύπτει από την άσκηση: Αν γενικά δεν προσεύχεσαι στο σπίτι, τότε δεν θα έχεις τρόπο να προσευχηθείς στην εκκλησία, και αν συνήθως δεν προσεύχεσαι σε μικρές συναθροίσεις, τότε θα είσαι ανίκανος να προσευχηθείς κατά τη διάρκεια μεγάλων συναθροίσεων. Αν δεν πλησιάζεις τακτικά τον Θεό ούτε συλλογίζεσαι τακτικά τα λόγια του Θεού, τότε δεν θα έχεις τίποτα να πεις όταν έρθει η ώρα της προσευχής, και ακόμα κι αν όντως προσευχηθείς, θα είναι μόνο στα λόγια· δεν θα είναι αληθινή προσευχή.

Τι είναι η αληθινή προσευχή; Είναι να λες στον Θεό ό,τι υπάρχει στην καρδιά σου, να επικοινωνείς με τον Θεό καθώς αντιλαμβάνεσαι το θέλημά Του, να επικοινωνείς με τον Θεό μέσω των λόγων Του, να νιώθεις ιδιαίτερα κοντά στον Θεό, να αισθάνεσαι πως Εκείνος βρίσκεται ενώπιόν σου και να πιστεύεις πως έχεις κάτι να Του πεις. Η καρδιά σου νιώθει γεμάτη φως κι εσύ νιώθεις πόσο αγαπητός είναι ο Θεός. Νιώθεις ιδιαίτερα εμπνευσμένος, κι όταν σε ακούν οι αδελφοί κι οι αδελφές σου, αισθάνονται ικανοποίηση. Θα αισθάνονται ότι τα λόγια που λες είναι τα λόγια που υπάρχουν μέσα στην καρδιά τους, τα λόγια που επιθυμούν να πουν, θαρρείς και τα λόγια σου αποτελούν υποκατάστατο των δικών τους λόγων. Αυτό σημαίνει αληθινή προσευχή. Αφού έχεις επιδοθεί σε αληθινή προσευχή, η καρδιά σου θα νιώθει γαλήνη και ικανοποίηση. Μπορεί να δημιουργηθεί η δύναμη να αγαπάς τον Θεό, κι εσύ θα νιώθεις ότι τίποτα στη ζωή δεν είναι πιο αξιόλογο ή πιο σημαντικό από το να αγαπάς τον Θεό. Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι οι προσευχές σου ήταν αποτελεσματικές. Έχεις προσευχηθεί ποτέ με τέτοιο τρόπο;

Και τι γίνεται με το περιεχόμενο των προσευχών; Η προσευχή σου πρέπει να προχωρά βήμα-βήμα, σύμφωνα με την πραγματική κατάσταση της καρδιάς σου και το έργο του Αγίου Πνεύματος· φτάνεις στο σημείο να επικοινωνείς με τον Θεό σύμφωνα με το θέλημά Του Θεού και τις απαιτήσεις Του από τον άνθρωπο. Όταν αρχίζεις την άσκηση της προσευχής, δώσε πρώτα την καρδιά σου στον Θεό. Μην επιχειρήσεις να κατανοήσεις το θέλημα του Θεού —προσπάθησε μόνο να πεις στον Θεό τα λόγια που έχεις μες στην καρδιά σου. Όταν έρχεσαι ενώπιον του Θεού, να μιλάς κατ’ αυτόν τον τρόπο: «Ω, Θεέ μου! Μόλις σήμερα συνειδητοποίησα ότι συνήθιζα να Σε παρακούω. Είμαι πραγματικά διεφθαρμένος και ποταπός. Το μόνο που έκανα ήταν να χαραμίζω της ζωή μου. Από σήμερα, θα ζω για Σένα. Θα διάγω μια ζωή με νόημα και θα ικανοποιώ το θέλημά Σου. Είθε το Πνεύμα Σου να εργάζεται πάντα μέσα μου, φωτίζοντας και διαφωτίζοντάς με συνεχώς. Επίτρεψέ μου να γίνω ισχυρός και ηχηρός μάρτυρας ενώπιόν Σου. Ας δει ο Σατανάς τη δόξα Σου, τη μαρτυρία Σου και την απόδειξη του θριάμβου Σου να εκδηλώνονται μέσα μας». Όταν προσευχηθείς κατ’ αυτόν τον τρόπο, η καρδιά σου θα απελευθερωθεί τελείως. Έχοντας προσευχηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, η καρδιά σου θα είναι πιο κοντά στον Θεό, και αν μπορείς να προσεύχεσαι συχνά κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Άγιο Πνεύμα θα εργάζεται σίγουρα μέσα σου. Εάν πάντα επικαλείσαι τον Θεό με αυτόν τον τρόπο και δίνεις την υπόσχεσή σου ενώπιόν Του, θα έρθει η ημέρα που η υπόσχεσή σου θα γίνει αποδεκτή ενώπιον του Θεού, που η καρδιά σου και ολόκληρη η ύπαρξή σου θα αποκτηθούν από τον Θεό κι εσύ τελικά θα οδηγηθείς στην τελείωση από τον Θεό. Η προσευχή είναι υψίστης σημασίας για εσάς. Όταν προσεύχεσαι και λαμβάνεις το έργο του Αγίου Πνεύματος, η καρδιά σου θα συγκινείται από τον Θεό, και θα δημιουργείται η δύναμη να αγαπάς τον Θεό. Αν δεν προσεύχεσαι με την καρδιά σου, αν δεν ανοίγεις την καρδιά σου για να επικοινωνήσεις με τον Θεό, τότε ο Θεός δεν θα έχει τρόπο να εργαστεί μέσα σου. Εάν, αφού έχεις προσευχηθεί κι έχεις πει τα λόγια που υπάρχουν μες στην καρδιά σου, το Πνεύμα του Θεού δεν έχει ξεκινήσει το έργο Του κι εσύ δεν έχεις εμπνευστεί καθόλου, τότε αυτό καταδεικνύει ότι η καρδιά σου δεν είναι ειλικρινής, ότι τα λόγια σου δεν είναι αληθινά και είναι ακόμα ακάθαρτα. Εάν, αφού έχεις προσευχηθεί, νιώθεις ένα αίσθημα ικανοποίησης, τότε οι προσευχές σου έγιναν αποδεκτές από τον Θεό και το Πνεύμα του Θεού εργάζεται μέσα σου. Ως κάποιος που υπηρετεί ενώπιον του Θεού, δεν μπορείς να μην προσεύχεσαι. Αν βλέπεις αληθινά την επικοινωνία με τον Θεό ως κάτι που έχει νόημα και αξία, τότε μπορείς να απαρνηθείς την προσευχή; Κανείς δεν μπορεί να μην έχει επικοινωνία με τον Θεό. Χωρίς προσευχή, ζεις στη σάρκα, δέσμιος του Σατανά· χωρίς αληθινή προσευχή, ζεις υπό την επιρροή του σκότους. Ελπίζω εσείς οι αδελφοί και οι αδελφές να μπορείτε να επιδίδεστε σε αληθινή προσευχή κάθε μέρα ανεξαιρέτως. Δεν έχει να κάνει με τήρηση των κανόνων, αλλά με την επίτευξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος. Είσαι πρόθυμος να στερείσαι λίγο ύπνο, λίγη ικανοποίηση, προκειμένου να σηκώνεσαι νωρίς για την πρωινή προσευχή και να απολαμβάνεις τα λόγια του Θεού; Εάν προσεύχεσαι με αγνή καρδιά και τρως και πίνεις τα λόγια του Θεού κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα είσαι πιο αποδεκτός από τον Θεό. Αν το κάνεις αυτό κάθε πρωί, εάν κάθε μέρα κάνεις πράξη το να δίνεις την καρδιά σου στον Θεό, να επικοινωνείς και να έρχεσαι σε επαφή μαζί Του, τότε η γνώση σου για τον Θεό θα αυξηθεί σίγουρα και εσύ θα μπορείς να κατανοήσεις καλύτερα το θέλημα του Θεού. Λες: «Ω, Θεέ μου! Είμαι πρόθυμος να εκπληρώσω το καθήκον μου. Μπορώ μόνο να αφιερώσω σ’ Εσένα όλο μου το είναι, έτσι ώστε να μπορέσεις να κερδίσεις δόξα από μας, έτσι ώστε να μπορέσεις να απολαύσεις τη μαρτυρία που καταθέτει αυτή η ομάδα μας. Σε ικετεύω να εργαστείς μέσα μας, ώστε να μπορέσω να Σε αγαπήσω αληθινά και να Σε ικανοποιήσω και να Σε καταστήσω τον στόχο που επιδιώκω». Καθώς επωμίζεσαι αυτό το φορτίο, ο Θεός σίγουρα θα σε οδηγήσει στην τελείωση. Δεν πρέπει να προσεύχεσαι μόνο για ίδιον όφελος, μα θα πρέπει να προσεύχεσαι και προκειμένου να ακολουθείς το θέλημα του Θεού και να Τον αγαπάς. Αυτό είναι το πιο αληθινό είδος προσευχής. Είσαι κάποιος που προσεύχεσαι ώστε να ακολουθεί το θέλημα του Θεού;

Στο παρελθόν, δεν γνωρίζατε πώς να προσευχηθείτε και παραβλέπατε το ζήτημα της προσευχής. Σήμερα, πρέπει να κάνετε ό,τι καλύτερο μπορείτε για να εκπαιδευτείτε στην προσευχή. Αν δεν μπορείς να επιστρατεύσεις τη δύναμη μέσα σου για να αγαπήσεις τον Θεό, τότε πώς προσεύχεσαι; Λες: «Ω, Θεέ μου, η καρδιά μου είναι ανίκανη να Σε αγαπήσει πραγματικά. Θέλω να Σε αγαπήσω, αλλά μου λείπει η δύναμη. Τι να κάνω; Είθε να ανοίξεις τα πνευματικά μου μάτια και είθε το Πνεύμα Σου να συγκινήσει την καρδιά μου. Κάνε ώστε, καθώς έρχομαι ενώπιόν Σου, να απαλλάσσομαι από καθετί αρνητικό, να μην περιορίζομαι πια από κανέναν άνθρωπο, κανένα ζήτημα ή πράγμα, και να αποκαλύπτω πλήρως την καρδιά μου ενώπιον Σου· κάνε ώστε να μπορώ να αφιερώσω ολόκληρο το είναι μου ενώπιόν Σου. Όπως κι αν με δοκιμάσεις, είμαι έτοιμος. Τώρα δεν με ενδιαφέρουν καθόλου οι μελλοντικές προοπτικές μου, ούτε βρίσκομαι υπό τον ζυγό του θανάτου. Έχοντας μια καρδιά που Σε αγαπά, επιθυμώ να αναζητήσω την οδό της ζωής. Κάθε ζήτημα, τα πάντα, όλα είναι στα χέρια Σου· η μοίρα μου είναι στα χέρια Σου και κρατάς την ίδια μου τη ζωή στα χέρια Σου. Τώρα επιζητώ να Σε αγαπώ και, ανεξάρτητα από το αν με αφήσεις να Σε αγαπώ, ανεξάρτητα από το πώς παρεμβαίνει ο Σατανάς, είμαι αποφασισμένος να Σε αγαπώ». Όταν αντιμετωπίζεις αυτό το πρόβλημα, να προσεύχεσαι κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αν προσεύχεσαι έτσι καθημερινά, θα δημιουργηθεί σταδιακά η δύναμη να αγαπάς τον Θεό.

Πώς εισέρχεται κανείς στην πραγματική προσευχή;

Όταν προσεύχεσαι, η καρδιά σου πρέπει να είναι γαλήνια ενώπιον του Θεού και πρέπει να είναι ειλικρινής. Έρχεσαι αληθινά σε επαφή με τον Θεό και προσεύχεσαι με τον Θεό —δεν πρέπει να προσπαθείς να καλοπιάσεις τον Θεό χρησιμοποιώντας μελιστάλακτα λόγια. Η προσευχή θα πρέπει να επικεντρώνεται σε αυτό που ο Θεός επιθυμεί να επιτύχει επί του παρόντος. Να ζητάς από τον Θεό να σου δίνει μεγαλύτερη διαφώτιση και φώτιση, να φέρνεις τις πραγματικές καταστάσεις και τα προβλήματά σου ενώπιόν Του όταν προσεύχεσαι, συμπεριλαμβανομένης της υπόσχεσης που πήρες ενώπιον του Θεού. Η προσευχή δεν αφορά το να ακολουθείς μια διαδικασία· αφορά την αναζήτηση του Θεού με ειλικρινή καρδιά. Να ζητάς από τον Θεό να προστατεύει την καρδιά σου, ώστε η καρδιά σου να μπορεί να είναι συχνά γαλήνια ενώπιόν Του· ώστε, στο περιβάλλον στο οποίο Εκείνος σε έχει τοποθετήσει, να μπορέσεις να γνωρίσεις τον εαυτό σου, να τον σιχαθείς και να τον απαρνηθείς, γεγονός που θα σου δώσει τη δυνατότητα να έχεις μια κανονική σχέση με τον Θεό και να γίνεις στ’ αλήθεια κάποιος που αγαπάει τον Θεό.

Ποια είναι η σημασία της προσευχής;

Η προσευχή είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος συνεργάζεται με τον Θεό, είναι ένα μέσο με το οποίο ο άνθρωπος επικαλείται τον Θεό και είναι η διαδικασία μέσω της οποίας ο άνθρωπος συγκινείται από το Πνεύμα του Θεού. Μπορεί να ειπωθεί ότι εκείνοι που δεν προσεύχονται είναι νεκροί και χωρίς πνεύμα, απόδειξη ότι στερούνται την ικανότητα να συγκινηθούν από τον Θεό. Δίχως προσευχή, θα ήταν αδύνατο να διάγει κανείς μια κανονική πνευματική ζωή, πόσο μάλλον δε, να συμβαδίζει με το έργο του Αγίου Πνεύματος. Αν κάποιος δεν προσεύχεται, τότε διακόπτει τη σχέση του με τον Θεό και θα ήταν αδύνατο ο άνθρωπος αυτός να λάβει τον έπαινο του Θεού. Ως πιστός στον Θεό, όσο περισσότερο προσεύχεται κανείς, όσο περισσότερο, δηλαδή, συγκινείται από τον Θεό, τόσο περισσότερη αποφασιστικότητα θα αποκτά και τόσο περισσότερο θα δύναται να λάβει νέα διαφώτιση από τον Θεό. Ως εκ τούτου, ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί πολύ γρήγορα να οδηγηθεί στην τελείωση από το Άγιο Πνεύμα.

Ποιο είναι το αποτέλεσμα που αποσκοπεί να επιτύχει η προσευχή;

Οι άνθρωποι μπορεί να είναι σε θέση να φέρουν εις πέρας την άσκηση της προσευχής και να κατανοήσουν τη σημασία της προσευχής, αλλά το να είναι αποτελεσματική η προσευχή δεν είναι απλή υπόθεση. Η προσευχή δεν είναι ζήτημα να κάνει κανείς απλώς τα τυπικά, να ακολουθεί τη διαδικασία ή να απαγγέλλει τα λόγια του Θεού. Με άλλα λόγια, η προσευχή δεν σημαίνει να παπαγαλίζει κανείς λέξεις ούτε σημαίνει να αντιγράφει τους άλλους. Στην προσευχή, πρέπει κανείς να φτάσει στο σημείο όπου να μπορεί να δώσει την καρδιά του στον Θεό, να ανοίξει την καρδιά του ώστε να μπορέσει εκείνη να συγκινηθεί από τον Θεό. Για να είναι αποτελεσματική η προσευχή, πρέπει να βασίζεται στην ανάγνωση των λόγων του Θεού. Μόνο με προσευχή μέσα από τα λόγια του Θεού μπορεί κανείς να λάβει μεγαλύτερη διαφώτιση και φώτιση. Οι εκδηλώσεις μιας αληθινής προσευχής είναι οι εξής: Το να έχει κανείς μια καρδιά που λαχταρά όλα όσα ζητά ο Θεός και, επιπλέον, επιθυμεί να επιτύχει όσα Εκείνος απαιτεί· να απεχθάνεται όσα απεχθάνεται ο Θεός κι έπειτα, οικοδομώντας πάνω σε αυτό το θεμέλιο, να αποκτήσει μερική κατανόησή του και να έχει κάποια γνώση και σαφή κατανόηση των αληθειών που αναπτύσσει ο Θεός. Μόνο αν υπάρχει αποφασιστικότητα, πίστη, γνώση και ένα μονοπάτι άσκησης κατόπιν προσευχής, μπορεί να ονομάζεται αληθινή προσευχή και μόνο αυτό το είδος προσευχής μπορεί να είναι αποτελεσματικό. Ωστόσο, η προσευχή πρέπει να οικοδομείται πάνω στην απόλαυση των λόγων του Θεού, πρέπει να χτίζεται πάνω στα θεμέλια της επικοινωνίας με τον Θεό μέσα από τα λόγια Του, και η καρδιά πρέπει να μπορεί να αναζητήσει τον Θεό και να γαληνέψει ενώπιόν Του. Η προσευχή αυτού του είδους έχει ήδη εισέλθει στο στάδιο της αληθινής επικοινωνίας με τον Θεό.

Οι πλέον βασικές γνώσεις σχετικά με την προσευχή:

1. Μη λες στα τυφλά ό,τι σου έρχεται στον νου. Πρέπει να υπάρχει ένα φορτίο στην καρδιά σου, δηλαδή, πρέπει να έχεις έναν στόχο όταν προσεύχεσαι.

2. Η προσευχή πρέπει να περιέχει τα λόγια του Θεού· πρέπει να στηρίζεται στα λόγια του Θεού.

3. Όταν προσεύχεσαι, δεν πρέπει να αναμασάς ξεπερασμένα ζητήματα. Οι προσευχές σου θα πρέπει να σχετίζονται με τα τρέχοντα λόγια του Θεού και, όταν προσεύχεσαι, να λες στον Θεό τις ενδόμυχες σκέψεις σου.

4. Η ομαδική προσευχή πρέπει να περιστρέφεται γύρω από ένα κεντρικό σημείο, το οποίο είναι, απαραιτήτως, το τρέχον έργο του Αγίου Πνεύματος.

5. Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν τη διαμεσολαβητική προσευχή. Αυτός είναι και ένας τρόπος για να δείχνει κανείς ενδιαφέρον για το θέλημα του Θεού.

Η ζωή της προσευχής ενός ατόμου βασίζεται στην κατανόηση της σημασίας της προσευχής και της βασικής γνώσης της προσευχής. Στην καθημερινότητα, να προσεύχεσαι συχνά για τα δικά σου ελαττώματα, να προσεύχεσαι για να υπάρξει αλλαγή στη διάθεση της ζωής σου και να προσεύχεσαι με βάση τη γνώση σου για τα λόγια του Θεού. Ο καθένας θα πρέπει να καθιερώσει τη δική του ζωή της προσευχής, θα πρέπει να προσεύχεται για να γνωρίσει τα λόγια του Θεού και να προσεύχεται για να αναζητήσει τη γνώση του έργου του Θεού. Αποκάλυψε τις προσωπικές σου συνθήκες ενώπιον του Θεού και να είσαι αληθινός χωρίς να αγχώνεσαι για τον τρόπο με τον οποίο προσεύχεσαι, και το βασικότερο είναι να αποκτήσεις αληθινή κατανόηση και πραγματική εμπειρία των λόγων του Θεού. Ο άνθρωπος που επιδιώκει την είσοδο στην πνευματική ζωή πρέπει να μπορεί να προσεύχεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Η σιωπηλή προσευχή, ο συλλογισμός των λόγων του Θεού, η γνωριμία με το έργο του Θεού —όλα αυτά είναι παραδείγματα του στοχευμένου έργου της πνευματικής συναναστροφής προς χάριν της επίτευξης εισόδου στην κανονική πνευματική ζωή, τα οποία ολοένα βελτιώνουν τις καταστάσεις του ανθρώπου ενώπιον του Θεού και τον ωθούν να σημειώνει όλο και μεγαλύτερη πρόοδο στη ζωή. Εν ολίγοις, ό,τι κάνεις, είτε τρως και πίνεις τα λόγια του Θεού, είτε προσεύχεσαι σιωπηλά, είτε το διακηρύσσεις μεγαλόφωνα, γίνεται ώστε να δεις ξεκάθαρα τα λόγια του Θεού, το έργο Του κι αυτό που επιθυμεί να επιτύχει Εκείνος μέσα σου. Κυρίως, όλα όσα κάνεις γίνονται για να φτάσεις στα πρότυπα που απαιτεί ο Θεός και να ανεβάσεις τη ζωή σου σε νέα ύψη. Το ελάχιστο που απαιτεί ο Θεός από τον άνθρωπο είναι να μπορεί να ανοίξει την καρδιά του σε Αυτόν. Εάν ο άνθρωπος δίνει την αληθινή καρδιά του στον Θεό και λέει στον Θεό τι υπάρχει πραγματικά μέσα στην καρδιά του, τότε ο Θεός είναι πρόθυμος να εργαστεί μέσα του. Ο Θεός δεν επιθυμεί τη διεστραμμένη καρδιά του ανθρώπου, αλλά μια αγνή και ειλικρινή καρδιά. Εάν ο άνθρωπος δεν μιλάει στον Θεό από καρδιάς, τότε ο Θεός δεν θα συγκινήσει την καρδιά του ούτε θα εργαστεί μέσα του. Συνεπώς, το κύριο σημείο της προσευχής είναι να μιλάς στον Θεό από καρδιάς, να Του μιλάς για τις ατέλειες ή την ανυπάκουη διάθεσή σου και να Του ανοίγεσαι απόλυτα· τότε μόνο ο Θεός θα ενδιαφέρεται για τις προσευχές σου· σε διαφορετική περίπτωση, θα κρύψει το πρόσωπό Του από εσένα. Το ελάχιστο κριτήριο για την προσευχή είναι ότι πρέπει να είσαι σε θέση να διατηρείς την καρδιά σου γαλήνια ενώπιον του Θεού κι εκείνη δεν πρέπει να απομακρύνεται από τον Θεό. Ίσως, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, να μην κερδίσεις νεότερες ή υψηλότερες γνώσεις, αλλά πρέπει τότε να χρησιμοποιήσεις την προσευχή για να διατηρήσεις την υπάρχουσα κατάσταση —δεν πρέπει να οπισθοδρομήσεις. Αυτό είναι το ελάχιστο που πρέπει να επιτύχεις. Εάν δεν μπορείς να πετύχεις ούτε καν αυτό, τότε αποδεικνύεται ότι η πνευματική σου ζωή δεν βρίσκεται στον σωστό δρόμο. Ως εκ τούτου, δεν θα είσαι σε θέση να διατηρήσεις το αρχικό όραμά σου, θα χάσεις την πίστη σου στον Θεό και η αποφασιστικότητά σου, ακολούθως, θα εξαφανιστεί. Ένα σημάδι του αν έχεις εισέλθει στην πνευματική ζωή ή όχι είναι να δεις αν οι προσευχές σου βρίσκονται στον σωστό δρόμο. Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να εισέλθουν σε αυτήν την πραγματικότητα· πρέπει όλοι να κάνουν το έργο της συνειδητής εκπαίδευσης του εαυτού τους στην προσευχή, όχι της παθητικής αναμονής, αλλά της συνειδητής επιζήτησης να συγκινηθούν από το Άγιο Πνεύμα. Μόνο τότε θα είναι άνθρωποι που αναζητούν πραγματικά τον Θεό.

Όταν αρχίζεις να προσεύχεσαι, μην υπερβάλλεις εαυτόν και μην ελπίζεις να επιτύχεις τα πάντα μονομιάς. Δεν μπορείς να έχεις υπερβολικές απαιτήσεις, ελπίζοντας ότι μόλις ανοίξεις το στόμα σου θα συγκινηθείς από το Άγιο Πνεύμα ή ότι θα λάβεις διαφώτιση και φώτιση ή ότι ο Θεός θα σου δώσει περισσή χάρη. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί· ο Θεός δεν επιτελεί υπερφυσικά πράγματα. Ο Θεός εισακούει τις προσευχές των ανθρώπων όποτε θέλει Εκείνος, και μερικές φορές δοκιμάζει την πίστη σου για να δει αν είσαι πιστός ενώπιόν Του. Όταν προσεύχεσαι πρέπει να έχεις πίστη, επιμονή και αποφασιστικότητα. Όταν οι περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να εκπαιδεύονται στην προσευχή, αποθαρρύνονται επειδή δεν καταφέρνουν να συγκινηθούν από το Άγιο Πνεύμα. Αυτό δεν ωφελεί! Πρέπει να έχεις επιμονή· πρέπει να εστιάζεις στο να αισθάνεσαι τη συγκίνηση του Αγίου Πνεύματος, καθώς και να εστιάζεις στην αναζήτηση και τη διερεύνηση. Ενίοτε, το μονοπάτι της άσκησής σου δεν είναι σωστό και, ενίοτε, τα προσωπικά σου κίνητρα σου και οι προσωπικές σου αντιλήψεις σου δεν μπορούν να παραμείνουν σταθερά ενώπιον του Θεού, κι έτσι το Πνεύμα του Θεού δεν καταφέρνει να σε συγκινήσει. Άλλες στιγμές, ο Θεός εξετάζει εάν είσαι πιστός ή όχι. Με λίγα λόγια, στην εκπαίδευση, θα πρέπει να πληρώσεις μεγαλύτερο τίμημα. Αν ανακαλύψεις ότι ξεφεύγεις από το μονοπάτι της άσκησής σου, μπορείς να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο προσεύχεσαι. Εφόσον αναζητάς με ειλικρινή καρδιά και λαχταράς να λάβεις, το Άγιο Πνεύμα σίγουρα θα σε μεταφέρει σε αυτήν την πραγματικότητα. Μερικές φορές προσεύχεσαι με ειλικρινή καρδιά αλλά δεν αισθάνεσαι ότι έχεις συγκινηθεί ιδιαίτερα. Σε τέτοιες στιγμές, πρέπει να βασίζεσαι στην πίστη σου και να έχεις πίστη ότι ο Θεός προσέχει τις προσευχές σου· πρέπει να επιμένεις στις προσευχές σου.

Να είσαι ειλικρινής· να προσεύχεσαι στον Θεό να σε απαλλάξει από τον δόλο που υπάρχει στην καρδιά σου. Αν εξαγνίζεις συνεχώς τον εαυτό σου δια της προσευχής, αν συγκινείσαι από το Πνεύμα του Θεού μέσω της προσευχής, τότε η διάθεσή σου θα αλλάξει σταδιακά. Η αληθινή πνευματική ζωή είναι μια ζωή προσευχής —είναι μια ζωή που τη συγκινεί το Άγιο Πνεύμα. Η διαδικασία της συγκίνησης από το Άγιο Πνεύμα είναι η διαδικασία της αλλαγής της διάθεσης του ανθρώπου. Μια ζωή την οποία δεν τη συγκινεί το Άγιο Πνεύμα δεν είναι μια πνευματική ζωή, αλλά μονάχα μια ζωή θρησκευτικών τελετουργικών. Μόνο εκείνοι που συγκινούνται συχνά από το Άγιο Πνεύμα και διαφωτίζονται και φωτίζονται από το Άγιο Πνεύμα έχουν εισέλθει στην πνευματική ζωή. Η διάθεση του ανθρώπου αλλάζει διαρκώς καθώς προσεύχεται. Όσο περισσότερο τον συγκινεί το Πνεύμα του Θεού, τόσο πιο ενεργητικός και υπάκουος γίνεται. Τόσο, επίσης, θα εξαγνίζεται βαθμιαία η καρδιά του και θα αλλάζει σταδιακά η διάθεσή του. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της αληθινής προσευχής.

Σάββατο 18 Μαΐου 2024

Οι μακαρισμοί της Αγάπης Συμεών του Νέου Θεολόγου Επί ασπαλάθων

 


Οι μακαρισμοί της Αγάπης

Μακάριος αυτός που τυλίχτηκε στα δίχτυα σου από έρωτα θείο, γιατί αυτός θα αρνηθεί όλο τον κόσμο…


Οι μακαρισμοί της Αγάπης

Συμεών του Νέου Θεολόγου

Ω Αγάπη παμπόθητε, μακάριος αυτός που σε δέχτηκε, γιατί δεν μπορεί πια να ποθήσει καμία ομορφιά γήϊνη.
Μακάριος αυτός που τυλίχτηκε στα δίχτυα σου από έρωτα θείο, γιατί αυτός θα αρνηθεί όλο τον κόσμο και ενώ θα πλησιάζει όλους τους ανθρώπους καθόλου δεν θα μολύνεται.
Μακάριος αυτός που τρυφερά φιλάει τα κάλλη σου και τα απολαμβάνει με πόθο ατέλειωτο, γιατί θα αγιασθεί ψυχικά από το αμόλυντο νερό και αίμα που στάζει από Σένα.
Μακάριος αυτός που με λαχτάρα σε καταφιλά, γιατί θα αλλοιωθεί την καλή αλλοίωση πνευματικά και θα ευφρανθεί ψυχικά, γιατί εσύ είσαι η Χαρά η ανέκφραστη.
Μακάριος αυτός που σε απέκτησε, γιατί τους θησαυρούς του κόσμου καθόλου δεν θα λογαριάσει, γιατί αλήθεια εσύ είσαι ο Πλούτος ο άφθονος.
Μακάριος και τρισμακάριος κι αυτός που Εσύ συντροφεύεις· γιατί φαινομενικά θα ζει μέσα στην καταφρόνια, μα απ’ όλους τους ενδόξους της γης θα είναι ενδοξότερος και από όλους τους τιμίους τιμιότερος και σεμνότερος.
Αξιέπαινος αυτός που σε καταδιώκει, ακόμη περισσότερο αυτός που σε βρήκε.
Μακάριος αυτός που αγαπήθηκε από σένα, που τον δέχθηκες στους κόλπους σου, που διδάχθηκε από σένα, που κατοίκησε σε σένα, που τράφηκε από σένα για τροφή τον Χριστό τον Αθάνατο, τον Χριστό τον Θεό μας.

Ω Αγάπη θεία, πού περικλείεις τον Χριστό; Πού τον κρύβεις;

Γιατί παίρνεις τον Σωτήρα του κόσμου και απομακρύνεσαι από εμάς; Άνοιξε και για μας τους ανάξιους μια πορτούλα, για να δούμε κι εμείς τον Χριστό που υπέφερε για χάρη μας και να πιστέψουμε στο έλεός Του ότι δεν θα πεθάνουμε πια, από τη στιγμή που Τον είδαμε.

Άνοιξε για χάρη μας Αγάπη, εσύ που έγινες η θύρα που έκανε Εκείνον να φανερωθεί με σάρκα, εσύ που ανάγκασες τα άφθονα και αβίαστα σπλάχνα του Δεσπότη μας να βαστάξουν τις αμαρτίες και τις αρρώστειες όλων ανεξαιρέτως και μη μας απορρίψεις λέγοντας: “Δεν σας γνωρίζω”. Έλα μαζί μας, για να μας γνωρίσεις. Γιατί σου είμαστε ακόμη άγνωστοι.

Ας συγχωρηθούμε από σένα, Αγία Αγάπη.

Μέσα από εσένα ας οδηγηθούμε στην απόλαυση των αγαθών του Δεσπότη μας. Στη γλύκα αυτών των αγαθών φτάνει κανείς μόνο μέσα από σένα. Γιατί αυτός που δεν σ’ αγαπά όπως πρέπει και δεν αγαπιέται όπως χρειάζεται από σένα, μπορεί μεν να τρέχει, όμως δεν σε έχει φτάσει. Και κάθε ένας που τρέχει πριν τελειώσει τον δρόμο του είναι αμφίβολος. Αυτός όμως που σε κατέλαβε ή που καταλήφθηκε από Σένα είναι βέβαιος σε όλα, επειδή Εσύ είσαι η εκπλήρωση του Νόμου· Εσύ που με έχεις περικυκλώσει, που με καταφλέγεις και με πόνους καρδιάς μου ανάβεις αμέτρητο πόθο για τον Θεό, τους αδελφούς και τους πατέρες μου.

Εσύ είσαι η Διδάσκαλος των προφητών, η Βοηθός των αποστόλων, η Δύναμη των μαρτύρων, η Έμπνευση των πατέρων και των διδασκάλων, η Τελείωση όλων των Αγίων και αυτή που τώρα δα με ωθεί στην παρούσα διακονία.

Οι μακαρισμοί της Αγάπης – Συμεών Νέος Θεολόγος, Λόγος α’ (21)
© Απόδοση στη Νεοελληνική – Επιλογή των αποσπασμάτων: www.epiaspalathon.gr (2018)

Η ηθική του γούστου Επί ασπαλάθων

 


Ο εαυτός μου γίνεται η μεγαλύτερη κινητήρια δύναμη της κοινωνίας, ένας εαυτός απομονωμένος, κλεισμένος μέσα στη δική του αυτάρκεια.


«Και τι με εμποδίζει; Γιατί όχι;»

Τέτοιου είδους φράσεις ηχούν στις μέρες μας με μεγάλη ένταση· ιδιαίτερα σε νέους ανθρώπους, αλλά όχι μόνο. Ο άνθρωπος δεν βλέπει τον λόγο να περιορίσει τις επιθυμίες του· να περιορίσει, να βάλει σε έναν άξονα ή μια δομή τις επιλογές του. Νιώθει ικανός και δυνατός για όλα. Νιώθει ισχυρός να πραγματώσει κάθε θέλησή του, κάθε επιθυμία, όσο περίπλοκη και αν είναι αυτή. Αυτό που μας συμβαίνει είναι μια βαθιά αποθέωση του εαυτού μας, μια βαθιά αποθέωση της ατομικής μας συνείδησης και ύπαρξης. «Το θέλω εγώ; Το σκέφτομαι εγώ;» Όλα εκεί τελειώνουν.

Ο εαυτός μου γίνεται η μεγαλύτερη κινητήρια δύναμη της κοινωνίας.

Και είναι ένας εαυτός απομονωμένος, ένας εαυτός κλεισμένος μέσα στη δική του αυτάρκεια. Ένας εαυτός που δεν θέλει να αλλάξει, που δεν θέλει να μεταμορφωθεί. Ένας εαυτός που δεν κάνει ποτέ λάθος, που δεν μπαίνει καν σε προβληματισμούς και διλήμματα. Η ατομική μου ύπαρξη είναι η μόνη που ορίζει τι μου αρέσει, τι με συγκινεί, τι έχει ενδιαφέρον, τι θέλω και μπορώ να κάνω. Ο εαυτός μου ορίζει και τον κόσμο μου, ορίζει δηλαδή αυτό που είναι για μένα ο κόσμος όλος.

Τρομακτικό κλείσιμο, τρομακτικός εγκλωβισμός!

Το μόνο στοιχείο που καθορίζει την πορεία μου είναι το εγώ μου. Είναι το μυαλό μου, ο σκέψεις μου, οι συναισθηματισμοί μου, οι ψυχολογικοί εγκλωβισμοί μου. Το βλέπουμε γύρω μας παντού, το ζούμε καθημερινά. Κυριαρχούμαστε από την ηθική του εαυτού, από την ηθική του γούστου μας. «Έτσι μου αρέσει. Γιατί όχι; Δεν καταλαβαίνω τον λόγο. Αρκεί να μην συγκρούομαι με τον άλλο». Και όταν ακόμα συμβαίνει αυτό δεν με νοιάζει, δεν με αγγίζει, μου είναι αδιάφορο. Ο άλλος μου είναι αδιάφορος. Με ενδιαφέρει μόνο όταν συσχετίζεται με το γούστο μου, με τις ατομικές μου επιδιώξεις, με τις ατομικές μου επιλογές.

Σε ένα τέτοιο κόσμο μπορώ να κάνω τα πάντα, μπορώ να γίνω τα πάντα.

Είμαι ένα ανεξέλεγκτο όπλο ικανοποίησης του εγωϊσμού μου, ικανοποίησης ενός ασύδοτου και ισχυρού ναρκισσισμού μου. Ό,τι και αν σκεφτώ, ό,τι και αν πράξω δικαιώνομαι. Ό,τι κι αν συμβεί γύρω μου, γίνεται για μένα. Οι άνθρωποι, τα πράγματα, τα γεγονότα, η ιστορία ολάκερη, υπάρχουν ως προς εμένα, αναφέρονται σε μένα. Ο φίλος, ο σύντροφος, ο άνθρωπός μου αποτελούν αντικείμενα μου. Πράγματα τα οποία υπάρχουν, γιατί υπάρχω εγώ. Το πιο συγκλονιστικό, ωστόσο, το οποίο δεν περνά συχνά από το δικό μας το μυαλό είναι ότι αποτελώ και εγώ για αυτούς ένα ανάλογο αντικείμενο.

Κάπου σε μια γωνιά, λιγάκι απόμερη, βρίσκεται ο Χριστός, ο Θεός που έγινε άνθρωπος και σταυρώνεται από αυτούς, τους οποίους ήρθε να σώσει. Πόσο άδειοι είμαστε από αγάπη; Από μια αγάπη που δεν χωρά  στην Ηθική του Γούστου.

Ι.Κ. Νικηφόρου

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

Π. Θεόδωρος Ζήσης - Το Τριώδιο κατά τον π. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο και το ...

Oμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση

Στεναγμούς προσοίσωμεν, τελωνικούς τῷ Κυρίῳ, καί αὐτῷ προσπέσωμεν, ἁμαρτωλοί ὡς Δεσπότῃ… (Κοντάκιον)


ΠΑΠΑ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ, Τι ευλογία Θεού είναι η νυκτερινή προσευχή!

 

εικόνα άρθρου: ΠΑΠΑ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ, Τι ευλογία Θεού είναι η νυκτερινή προσευχή!

«Είμαι άξιος εγώ, ο τελευταίος και αμαρτωλός, να ενδυθώ ιερά ενός Αγίου ανθρώπου;»


Επιστολή 17-11-1970

Δημ. Γκαγκαστάθης Ιερεύς, 1902-1975


… Το κατά την επιθυμία μου ζητούμενον, παρά του Αγίου Γέροντος, ελήφθη το δέμα με τα ιερά, και σας ευχαριστώ πολύ… Ένα σκέπτομαι και με κουράζει: «Είμαι άξιος εγώ, ο τελευταίος και αμαρτωλός, να ενδυθώ ιερά ενός Αγίου ανθρώπου;» Πολύ το σκέπτομαι, μήπως με γίνει η ευχή κατάρα. Προσευχηθήτε, παρακαλώ, εις τον Άγιον Γέροντα, ίνα επιβλέψη και εις εμένα τον ανάξιον Λειτουργόν, και να μεσιτεύση εις τον Κύριον για να με συγχωρήση τας αμαρτίας μου, είτε εν λόγω και εν γνώσει, είτε εν αγνοία αμάρτησα, ως άνθρωπος…

Προ ολίγων ημερών είχα γράμμα από την Ιεράν Μονήν Θαψανών Πάρου. Μου γράφουν ότι κάνανε τα εγκαίνια του νέου Ναού του αγίου Νεκταρίου εις τας 11 Οκτωβρίου και από την χαράν του ο σεβαστός και άγιος Γέροντας, Φιλόθεος Ζερβάκος, λειτουργεί επί 8 ημέρας συνεχώς και με μεγάλη κατάνυξι…

Η εγχείρησις ήταν μεγάλη και σοβαρή. Πάντες οι γιατροί μου είχαν ξεγράψει από τον κατάλογον των ζώντων, αλλά δεν είχε υπογράψει ο Θεός. Μου παρέτεινε την ζωήν, για να μετανοήσω και γίνω καλός άνθρωπος και ετοιμασθώ πιο καλύτερα…

Ένα με στεναχωρεί μόνον, που δεν ημπορώ να σηκώνωμαι η ώρα δύο την νύκτα, για Σαρανταλείτουργον. Προσεύχομαι νοερώς εις το κρεββάτι, αλλά αισθάνομαι ότι δεν είμαι ο ίδιος, διότι έχω χάσει το μεγαλύτερον δώρον του Θεού, την κατάνυξιν.  Τι ευλογία Θεού είναι η νυκτερινή προσευχή!… Πιστεύω δε, ότι εις αυτό το ζήτημα θα με αναπληρώνετε και σας ευχαριστώ.

Μετά απείρων ευχών, ο αμαρτωλός και τελευταίος
κληρικός της εποχής, μάλλον το σκύβαλον της γης

Δ. Γκαγκαστάθης Ιερεύς

ΠΑΠΑ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ 1902-1975 ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
ΕΚΔΟΣΙΣ Γ΄ Κεφ. Γ΄ «Αλληλογραφία π. Δημητρίου με ιεράς Μονάς»
Πρόλογος:  Αρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος
Επίλογος:  Αρχιμ. Αιμιλιανός Βαφείδης
Επιμέλεια:  Στυλιανός Ν. Κεμεντζετζίδης

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2024

 


Ὦ Κύριε, αἰώνιε καὶ Δημιουργὲ τῶν πάντων, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἀνεξερεύνητη ἀγαθότητά Σου μὲ κάλεσες σὲ αὐτὴν τὴν ζωή, ὁ ὁποῖος μου ἔδωσες τὴν χάρη τοῦ Βαπτίσματος καὶ τὴν σφραγῖδα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὁ ὁποῖος μὲ προίκισες μὲ τὴν ἐπιθυμία νὰ ἀναζητήσω Ἐσέ, τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό,εἰσάκουσε τὴν προσευχή μου.

Δὲν ἔχω ζωή, φῶς, χαρὰ, ἢ σοφία,οὔτε δύναμη χωρὶς ἐσένα, ὦ Θεέ.
Ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν μου δὲν τολμῶ νὰ ὑψώσω τοὺς ὀφθαλμούς μου σὲ Ἐσένα.
Ἀλλὰ Σὺ εἶπες στοὺς μαθητές Σου: «Καθετὶ ποὺ θὰ ζητήσετε στὴν προσευχή σας μὲ πίστη, θὰ τὸ λάβετε» καὶ «καθετὶ ποὺ ζητήσετε στὸ ὄνομά μου θὰ γίνει».

Γι᾿ αὐτὸ τολμῶ νὰ Σὲ ἐπικαλεστῶ: Καθάρισέ με ἀπὸ κάθε ρύπο σωματικὸ καὶ πνευματικό.
Δίδαξέ με νὰ προσεύχομαι ὀρθά.

Εὐλόγησε αὐτὴν τὴν μέρα ποὺ χάρισες σὲ ἐμένα, τὸν ἀνάξιο δοῦλο Σου.
Μὲ τὴν δύναμη τῆς εὐλογίας Σου, κάνε με ἱκανὸ συνέχεια νὰ ὁμιλῶ καὶ νὰ ἐργάζομαι γιὰ τὴ δόξα Σου, μὲ καθαρὸ πνεῦμα, ταπείνωση, ὑπομονή, ἀγάπη, εὐγένεια, εἰρήνη, θάρρος καὶ σοφία, νὰ αἰσθάνομαι πάντοτε τὴν παρουσία Σου.

Μὲ τὴν ἄπειρη ἀγαθότητά Σου, ὦ Κύριε Θεὲ Δεῖξε μου τὸν δρόμο τοῦ θελήματός Σου, καὶ δῶσε ὥστε νὰ βαδίζω μπροστά Σου χωρὶς ἁμαρτία.
Ὦ Κύριε, σὲ ἐσένα ὅλες οἱ καρδιὲς εἶναι ἀνοιχτές. Σὺ γνωρίζεις ὅλα ὅσα ἔχω ἀνάγκη. Σὺ γνωρίζεις τὴν τυφλότητα καὶ τὴν ἄγνοιά μου. Σὺ γνωρίζεις τὴν ἀστάθεια καὶ τὴν διαφθορὰ τῆς ψυχῆς μου.

Ἀλλὰ οὔτε ὁ πόνος καὶ ἡ ἀγωνία μου εἶναι κρυμμένα ἀπὸ Σένα.
Δέξου, σὲ παρακαλῶ τὴν προσευχή μου καὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα Σου, δίδαξέ με δρόμο ποὺ πρέπει νὰ πορευθῶ.

Καὶ ὅταν ἡ διεστραμμένη μου θέληση μὲ ὁδηγήσει σὲ ἄλλους δρόμους, μὴν μὲ ἀφήσεις νὰ χαθῶ, ἀλλὰ κάνε με νὰ ἐπιστρέψω σὲ Ἐσένα.
Δῶσε μου μὲ τὴν δύναμη τῆς ἀγάπης Σου νὰ κρατηθῶ σταθερὰ στὸ ἀγαθό.
Φύλαξέ με ἀπὸ κάθε λόγο ἢ πράξη ποὺ μπορεῖ νὰ καταστρέψει τὴν ψυχή, ἀπὸ κάθε ἐπιθυμία ποὺ μπορεῖ νὰ δυσαρεστήσει καὶ νὰ βλάψει τὸν ἀδελφό μου.
Δίδαξέ με πῶς πρέπει καὶ τί πρέπει νὰ λέγω.

Ἂν εἶναι θέλημά Σου νὰ μὴν ἀπαντῶ, δῶσε μου πνεῦμα εἰρηνικῆς σιωπῆς ποὺ νὰ μὴν προκαλεῖ λύπη ἢ πόνο στὸν ἀδελφό μου.
Στήριξέ με στὸν δρόμο τῶν ἐντολῶν Σου καὶ μέχρι τὴν τελευταία μου πνοή, δῶσε νὰ μὴν ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τὸ φῶς τῶν ἐντολῶν Σου.
Οἱ ἐντολές Σου ἂς γίνουν ὁ μόνος νόμος στὴν ζωή μου στὴ γῆ καὶ σ᾿ ὅλη τὴν αἰωνιότητα.

Ὦ Θεὲ, σὲ παρακαλῶ, ἐλέησέ με.
Λύτρωσέ με ἀπὸ τὴ θλίψη καὶ τὴν ἀθλιότητά μου καὶ μὴν κρύβεις ἀπὸ μένα τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.
Μέσα στὴν μωρία μου Θεέ μου, Σοῦ ζήτησα πολλὰ πράγματα καὶ μεγάλα.

Θυμᾶμαι τὴν ἀγένεια, τὴν φαυλότητά μου καὶ τὴν ἀδυναμία μου καὶ κράζω: ἐλέησέ με.
Μὴ μὲ ἀπομακρύνεις ἀπὸ τὸ Πρόσωπό Σου ἐξαιτίας τῆς ἀλαζονείας μου.

Δῶσε καὶ αὔξησε σὲ μένα τὴ δύναμη νὰ Σὲ ἀγαπῶ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές Σου, ἐγὼ ὁ χειρότερος τῶν ἀνθρώπων, μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά, μὲ ὅλη μου τὴν ψυχή, μὲ ὅλη μου τὴν διάνοια, μὲ ὅλη μου τὴν δύναμη, καὶ μὲ ὅλη μου τὴν ὕπαρξη.
Ναί, ὦ Θεέ, μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα Σου, Δίδαξέ με δίκαια κρίση καὶ γνώση.

Δῶσε μου τὴν γνώση τῆς δικῆς Σου ἀλήθειας, πρὶν ἔλθει τὸ τέλος μου.
Διατήρησε τὴν ζωή μου στὸν κόσμο τοῦτο, μέχρι νὰ μπορέσω νὰ σοῦ προσφέρω ἄξια μετάνοια.

Μὴ μὲ ὁδηγήσεις σὲ θάνατο στὴν μέση τῶν ἡμερῶν μου, οὔτε ἐνόσω ὁ νοῦς μου εἶναι τυφλωμένος.
Ὅταν ὅμως θελήσεις νὰ βάλεις τέρμα στὴν ζωή μου, νὰ μοῦ τὸ δείξεις ἀπὸ πρωτύτερα γιὰ νὰ προετοιμάσω τὴν ψυχή μου πρὶν παρουσιαστεῖ μπροστά Σου.

Νὰ εἶσαι μαζί μου κατὰ τὴν φοβερὴ αὐτὴ ὥρα καὶ νὰ μοῦ δωρίσεις τὴν χαρὰ τῆς σωτηρίας.
Καθάρισέ με ἀπὸ τὶς κρυφὲς ἁμαρτίες μου καὶ ἀπ᾿ ὅλη τὴν ἀχαριστία ποὺ ἔχω μέσα μου καὶ δώρισέ μου καλὴ ἀπολογία μπροστὰ στὸν θρόνο τῆς κρίσης Σου.

Ναί, ὦ Θεέ, μὲ τὸ μεγάλο Σου ἔλεος καὶ τὴν ἀμέτρητη ἀγάπη Σου γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἄκουσε τὴν προσευχή μου.