Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ


Η Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου είναι κτισμένη επάνω σε βράχους, 10 μέτρα ψηλότερα από τη θάλασσα. Γραφικός λιθόστρωτος δρόμος οδηγεί από τον αρσανά στην είσοδο της Μονής σε μια αυλή, που σχηματίζουν επιβλητικά κτίρια νεοκλασσικού ρυθμού. Μια δεύτερη μικρή είσοδος οδηγεί στην εσωτερική αυλή, στενόχωρη, εδαφολογικά ανώμαλη και καλυμμένη με τσιμέντο.
Ιδρύθηκε κατά τα μέσα του 14ου αιώνα και είναι σύγχρονη των Μονών Διονυσίου, Παντοκράτορος, Σιμωνόπετρας. Ιδρυτής της είναι ένας όσιος ασκητής, ο Γρηγόριος. Ποιός όμως Γρηγόριος; Τρεις Γρηγόριοι προτάθηκαν: ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, Γρηγόριος ο μαθητής του και Γρηγόριος «ο από Συριάνων». Ο τελευταίος αποκλείεται, διότι είναι όψιμος. Σε έγγραφο του Οκτωβρίου 1400 ο «κύρις Γρηγόριος ο γέρων, ο από Συριάνων», που ασκήτευε, κοντά συη Μονή, καλείται μάρτυρας από τον Πρώτο Γεννάδιο και τη Σύναξη, να καταθέσει ότι γνωρίζει για τα όρια μεταξύ των Μονών Διονυσίου και Παύλου. Εξάλλου 7 χρόνια πριν, στο Γ΄ Τυπικό (1394), στον εκεί πίνακα εισφορών, ορίζεται «ο άγιος Γρηγόριος (να δίνει) εν νόμισμα». Ώστε ο ιδρυτής της Μονής ήδη ήταν κεκοιμημένος, και μάλιστα καταξιωμένος άγιος. Δύο ηγούμενοι της Μονής, ο Καλλίστρατος (1347) και ο Κάλλιστος (1348), στα acta της Χιλιανδαρίου, πρέπει να θεωρούνται ανύπαρκτα πρόσωπα. Αλλά και ο πρώτος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, αποκλείεται να είναι ο ιδρυτής της Μονής, αφού στο Βίο του, γραμμένο από τον πατριάρχη Κάλλιστο Α΄, δεν αναφέρεται τίποτα σχετικό. Εξάλλου ο Γρηγόριος κατά τα έτη 1325-46 βρίσκεται εκτός Αγίου Όρους. Έτσι ως πιθανός ιδρυτής πρέπει να θεωρείται κάποιος τέταρτος. Ο Γρηγόριος αυτός, που δεν ξέρουμε πολλά για τον βίο του, ονομαζόταν «Νέος». Πάντως παραμένουν ακόμα άλυτες πλευρές του προβλήματος, για το λόγο ότι καταστράφηκε το αρχείο της Μονής από δύο πυρκαγιές: το 1500 και το 1761.
Κατά το τέλος του 15ου αιώνα η μικρή Μονή καταστρέφεται από πειρατές κι από την πυρκαγιά και, ασφαλώς, θα χανόταν τελείως, αν δεν αναλάμβαναν την προστασία της οι ομόδοξοι ηγεμόνες του Βορρά, με πρώτο τον Ιωάννη Στέφανο το Μέγα (1457-1504), που ξοδεύει μεγάλα ποσά για την ανασυγκρότηση της Μονής, ώστε να θεωρείται δεύτερος κτίτορας. Ο ίδιος στα δύο χρυσόβουλα που εκδίδει υπέρ της Μονής, αναφέρει την προθυμία που είχε να ανορθώσει τη Μονή. Αλλά η μικρή Μονή δυόμισι αιώνες μετά έμελλε να δοκιμαστεί πάλι από το πυρ. Πυρκαγιά που ξέσπασε στις 30 Νοεμβρίου 1761 πλήττει καίρια τη Μονή. Τότε καλείται ένα από τα τέκνα της: ο Ιωακείμ, που είχε καρεί στη Μονή κατά το 1740, ασκήτευε όμως για χρόνια στη Μικρή Αγία Άννα, στο σπήλαιο του Αγαπίου. Ο Ιωακείμ, φυσιογνωμία ηγετική, με πολλές αρετές κοσμημένος, αναλαμβάνει να ανασυγκροτήσει το πυρίκαυστο σκήνωμα. Έτσι μεταβαίνει στο εξωτερικό για τη συγκέντρωση ελεών. Στην Κωνσταντινούπολη συναντιέται τυχαία με το σουλτάνο, ο οποίος θαύμασε όχι μόνο τη σύνεση του Γρηγοριάτη μοναχού, αλλά και το εξωτερικό παρουσιαστικό του. Ο Ιωακείμ έφερε γενειάδα που έφτανε μέχρι τα γόνατα. Ο σουλτάνος αφού ρώτησε το σκοπό της άφιξής του, διάταξε να του δώσουν ένα γενναίο χρηματικό ποσό. Το ποσό και με άλλες συνδρομές γρήγορα υπερκάλυψε την προοπτική για τα έξοδα ανέγερσης της Μονής. Γι' αυτό, τα χρήματα που περίσσευαν, ο Ιωακείμ διαθέτει για την απολύτρωση Ρουμάνων που κράταγαν όμηρους οι κουρσάροι. Επίσης κι ένα μεγάλο χρηματικό ποσό καταθέτει στα χέρια Βλάχων ηγεμόνων, για να πληρώσουν το χαράτσι υποτελείας στην Υψηλή πύλη. Σε ναό της νήσου Πρώτη Προποντίδας μαρμάρινη επιγραφή εξιστορεί πως ο Ιωακείμ
                                           «...αμέτρητα καλά έκαμεν εις ανθρώπους
                                           και ελευθέρωσε πολλούς εις διαφόρους τόπους,
                                           και βοηθεί τα ορφανά και χήρας και απόρους...»
Το πορτραίτο του Ιωακείμ εικονίζεται σε τοιχογραφία, στα δεξιά της λιτής του καθολικού. Επίσης χάρη στον Ιωακείμ Βλάχοι ηγεμόνες προσήλωσαν διάφορα σκηνώματα στη Γρηγορίου: ο ηγεμόνας Μολδαβίας Ιωάννης Γρηγόριος Αλέξανδρος Γκίκας, τη μονή Πούκνας στο θέμα Φωξάνη. Ο μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Γρηγόριος, το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στο Βουκουρέστι κ.ά.
Μετά την παραίτηση του Ιωακείμ η Μονή μεταπέφτει στην ιδιορρυθμία. Κατά την Επανάσταση η ένδεια της Μονής, μαζί με τις ανεκδιήγητες ταπεινώσεις των τούρκων στρατιωτών, αναγκάζει την ολιγάριθμη αδελφότητα στην απόφαση να προτείνει στη Μεγίστη Λαύρα, όπως δεχθεί τη Μονή τους ως εξάρτημα: «...ημείς οι ταπεινοί δούλοι σας... δεν ημπορέσαμεν να κυβερνηθώμεν... και αφήνομεν το Μοναστήρι, το οποίον με όλην μας την γνώμην σας το δίδομεν ωσάν μετόχι, και κυβερνήσατέ το ως καθώς σας φωτίσει ο Θεός...». Πλην η έκβαση της πρότασης δεν μας είναι γνωστή. Το 1840 ανασυσταίνεται σε κοινόβιο με πρώτο ηγούμενο τον, και πάλι Αγιαννίανίτη, ιερομόναχο Νεόφυτο. Μετά το Νεόφυτο την ηγουμενία αναλαμβάνει ο Δανιήλ και το  Μάιο του 1859 ηγούμενος τοποθετείται ο ρέκτης αρχιμανδρίτης Συμεών, κουράς Αγίου Παύλου (1852). Οι μοναχοί της Γρηγορίου δέχονται τον Συμεών με πολλή αγάπη, «μηδείς της νεότητος αυτού καταφρονήσας» (ήταν μόνο 29 χρονών). Κατά το διάστημα της 46χρονης ηγουμενίας του, ξοφλεί τα χρέη της Μονής, που έφταναν τις 170.000 γρόσια και προσθέτει νέα κτίρια στη Μονή, εκείνα προς βορρά. Οι νέες προσθήκες μεταξύ 1892-1900 διπλασιάζουν τη Μονή.
Το Καθολικό της Μονής, τιμώμενο στο όνομα του Αγίου Νικολάου, άρχισε να κτίζεται αμέσως μετά την πυρκαγιά του 1761. Παρουσιάζει τρεις κύριες ιστορικές φάσεις: Η πρώτη από το 1761 έως το 1775, οπότε κτίστηκε ο κυρίως ναός με τη λιτή. Η δεύτερη το 1840, με την κατασκευή του εξωνάρθηκα, σύμφωνα με επιγραφή στη βορειανατολική γωνία του. Η τρίτη το 1851, με την προσάρτηση στη βορεινή πλευρά του παρεκκλησίου του οσίου Γρηγορίου. Βρίσκεται στο κέντρο της παλιάς μονής και ακολουθεί το συνήθη αγιορείτικο τύπο δηλαδή του τρίκογχου, σταυροειδούς, εγγεγραμμένου με τρούλο. Είναι σχετικά μικρό Καθολικό έχει όμως διπλό νάρθηκα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο νάρθηκας φέρει ξύλινο τρούλο, στο κέντρο και επίπεδες εσωτερικά οροφές, με ξύλινη επένδυση. Η εικονογράφηση του κυρίως ναού με τη λιτή, που ολοκληρώθηκε το 1779, από τον ιερομόναχο Γαβριήλ και το μοναχό Γρηγόριο από την Καστοριά. Παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της μεταβυζαντινής τεχνοτροπίας, με έντονες λαϊκές επιδράσεις. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο, έχει πλούσια διακόσμηση με σκηνές από τη Παλιά και τη Καινή Διαθήκη. Αξιολογείται σαν ένα από τα σημαντικότερα σε καλλιτεχνική αξία τέμπλα του Αγίου Όρους.
Το καμπαναριό είναι ενσωματωμένο στη μεσαία πτέρυγα. Κτίστηκε γύρω στα 1500 από το μοναχό Σπυρίδωνα και με τη συνδρομή του Στέφανου Βοεβόδα μετά την πυρκαγιά του 1496. Πρόκειται για ένα πενταόροφο επιβλητικό κτίσμα, τετραγωνικής κάτοψης. Στην τελευταία στάθμη του διαθέτει δέκα καμπάνες και βαριά ξύλινα και σιδερένια σήμαντρα.
Η Μονή Γρηγορίου δε διαθέτει φιάλη. Προβλέπεται, ωστόσο, η κατασκευή της, στην αυλή μπροστά στην κρήνη. Η κρήνη αυτή έχει μεταφερθεί, από την κυρίως αυλή.
Η Ιερά Μονή Γρηγορίου διατηρεί δεκατέσσερα παρεκκλήσια από τα οποία τα επτά βρίσκονται μέσα στην Μονή. Από τα παρεκκλήσια εκείνο του οσίου Γρηγορίου, του Κτήτορος (1851) είναι ενσωματωμένο στο βόρειο μέρος του καθολικού. Είναι κτισμένο με το ισόδομο σύστημα, σχηματίζει φαλτσογωνιά στα νοτιοδυτικά και φέρει μεγάλο τρούλο στο κέντρο. Στο δυτικό τμήμα της παλιάς αυλής βρίσκεται το παρεκκλήσι της Αγίας Αναστασίας, της Ρωμαίας, που κτίστηκε το 1775. Πρόκειται για ένα σχεδόν ανεξάρτητο, μονόχωρο ναό, με νάρθηκα αγιογραφημένο το 1995 και χαμηλό τρούλο χωρίς τύμπανο. Φέρει τυπική τοιχογράφηση, καθώς και τέσσερις εικονογραφήσεις από το μαρτύριο της Αγίας Αναστασίας. Επίσης υπάρχουν του Αγίου Δημητρίου 18ου αιώνα, της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού και του Αγίου Σπυρίδωνος 19ου αιώνα.
Τέλος των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ερειπωμένο σήμερα. Ωστόσο, στα πλαίσια της ανακατασκευής της νέας, ανατολικής πτέρυγας, που άρχισε το 1997, ήδη ενσωματώθηκε νέο παρεκκλήσιο, με τρούλο, αφιερωμένο στον ίδιο Άγιο. Η μονή διαθέτει επίσης και επτά εξωκκλήσια.
Στη νοτιοανατολική γωνία της Μονής Γρηγορίου βρίσκεται μικρή πύλη του τείχους, που οδηγεί στο κοιμητήριο. Ο κοιμητηριακός ναός, που διαθέτει και νάρθηκα, είναι αφιερωμένος στους Αγίους Πάντες. Κτίστηκε το 1728 και αγιογραφήθηκε το 1739, με δαπάνη και προσωπική εργασία των αδελφών Μητροφάνους και Νεκταρίου Βενιέρη, μοναχών της μονής. Αξιόλογες είναι οι νωπογραφίες του ναού, μεταξύ των οποίων εκείνες στο νάρθηκα που απεικονίζουν τη δημιουργία και την πτώση του ανθρώπου, τους Αίνους ψαλμούς και τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Κάτω από το κοιμητήριο βρίσκεται το οστεοφυλάκιο της μονής.
Η σημερινή μορφή της διπλής αυλής, της Ιεράς Μονής Γρηγορίου, προέκυψε με την επέκταση της βορεινής πτέρυγας του παπά - Συμεών στα τέλη του 19ου αιώνα. Το νεότερο τμήμα της, μετά την κύρια είσοδο της μονής, χαρακτηρίζεται από το τραπεζοειδές σχήμα της. Η κύρια αυλή της μονής, του 1310, καλύπτεται με σχιστολιθικές πλάκες μεγάλων διαστάσεων, πίσω από την οποία εκτείνονται μικροί δενδρόκηποι.
Η Τράπεζα είναι ενσωματωμένη στη γωνία της νότιας και δυτικής πτέρυγας. Κτίστηκε το 1783 στα πλαίσια γενικότερης ανακαίνισης από τον σκευοφύλακα της μονής Ιωακείμ Μακρυγένη από την Ακαρνανία. Πλήρως ανακαινίστηκε το 1993 και η κάτοψή της σχηματίζει ορθή γωνία. Επεκτείνεται προς τη δυτική πτέρυγα, καταλαμβάνοντας το χώρο του παλιού γηροκομείου. Η αγιογράφηση της Τράπεζας άρχισε το 1995.
Το μαγειρείο βρίσκεται, στη νότια τριώροφη πτέρυγα ακριβώς κάτω από την τράπεζα. Βλέπει προς τη θάλασσα και επικοινωνεί με το φούρνο, ξυλαποθήκη και αποθήκη τροφίμων.
Το δοχειό, στεγάζεται στα υπόγεια της βορεινής πτέρυγας του παπά - Συμεών. Εκεί στεγάζεται και το λαδαριό της μονής. Στους χώρους αυτούς υπάρχουν και ψυγεία συντήρησης τροφίμων της μονής.
Ο φούρνος βρίσκεται κάτω από την τράπεζα, στη νότια τριώροφη πτέρυγα, προς τη θάλασσα και επικοινωνεί με το μαγειρείο και ξυλαποθήκη.
Το κρασαριό, στεγάζεται στα υπόγεια της πτέρυγας του παπά-Συμεών. Στη θέση αυτή υπάρχει και ο παλιός ληνός δηλαδή το πατητήρι των σταφυλιών.
Οι πτέρυγες της Ιεράς Μονής Γρηγορίου είναι: Η βορεινή, πενταόροφη πτέρυγα του 1892, επονομαζόμενη του παπα - Συμεών, ηγούμενου της μονής από την Τρίπολη, επί των ημερών του οποίου και κτίστηκε όπου ανοίγεται η κύρια είσοδος της μονής. Η μεσαία, τριώροφη πτέρυγα, που ιδρύθηκε το 1500 και ανακαινίστηκε το 1770 και το 1976. Σ΄ αυτήν ενσωματώνεται η παλιότερη είσοδος της μονής και το κωδωνοστάσιο. Με την πτέρυγα αυτή διακρίνεται το παλιό (1310 και 1770) από το νέο μοναστήρι (1792), με τις αντίστοιχες αυλές. Η δυτική, τετραώροφη πτέρυγα - δύο όροφοι πάνω και δύο κάτω από τη στάθμη της αυλής, κτίσμα του Ιωακείμ Μακρυγένη. Η νότια πτέρυγα του 1783. Η νέα, ανατολική πτέρυγα, όπου προβλέπεται να στεγαστούν: το παρεκκλήσιο του Τιμίου Προδρόμου, το σκευοφυλάκιο, η βιβλιοθήκη και κάποια κελλιά των πατέρων.
Τα κελλιά των πατέρων της Μονής Γρηγορίου βρίσκονται στη βόρεια και ανατολική πλευρά της βορεινής πτέρυγας του 1892. Στη νότια, τριώροφη πτέρυγα, προς τη θάλασσα του 1783.Στη μεσαία πτέρυγα του 1500 και στην προέκταση της προς τη θάλασσα. Επιπλέον, λόγω των αυξημένων αναγκών, προβλέπεται να στεγαστούν κελλιά στη νέα ανατολική πτέρυγα.
Το παλαιό συνοδικό της Μονής, βρίσκεται βορειοδυτικά, στην τελευταία στάθμη της πτέρυγας του παπα-Συμεών. Εκεί βρίσκεται και το δεσποτικό και το διακονικό, δηλαδή τα δωμάτια φιλοξενίας των επισκόπων και της συνοδείας τους. Το ηγουμενείο, μαζί με το γραφείο και την αίθουσα συνάξεων, καταλαμβάνουν μέρος της δυτικής πτέρυγας. Βρίσκονται πάνω από τη σημερινή τράπεζα και ανακαινίστηκαν πρόσφατα το 1993.
Το κυρίως αρχονταρίκι, καταλαμβάνει μέρος της μεσαίας πτέρυγας του 1500 και της πτέρυγας του παπα-Συμεών του 1892. Περιλαμβάνει δωμάτια φιλοξενίας και αίθουσα υποδοχής των επισκεπτών με θέα στη θάλασσα. Η μονή διαθέτει και δεύτερο παραλιακό ξενώνα στο περιβάλλοντα χώρο της.
H Μονή Γρηγορίου διαθέτει ακόμη στη βορεινή, πτέρυγα του παπα-Συμεών το ιατρείο, το οδοντιατρείο, το νοσοκομείο, το οικονομείο, αποθήκη ιματισμού, ψυγεία, λεβητοστάσιο και άλλους βοηθητικούς χώρους. Στη μεσαία, τριώροφη πτέρυγα το αγιογραφείο, αποθήκες και λεβητοστάσιο. Στη δυτική, τετραώροφη πτέρυγα το γραφείο, την αίθουσα συνάξεων, το βιβλιοδετείο και το παλιό πλυσταριό.
Στη νότια πτέρυγα αποθήκες ξυλείας και αλεύρων, τη παλιά βιβλιοθήκη, το κηροπλαστείο και λεβητοστάσιο
Το σκευοφυλάκιο βρίσκεται στην βορεινή πτέρυγα του παπα-Συμεών. Προβλέπεται, ωστόσο, να μεταφερθεί στη νέα, ανατολική πτέρυγα, καθώς υστερεί σε μέγεθος. Από τα σημαντικότερα κειμήλια και της μονής που φυλάσσονται είναι: Δύο τεμάχια Τίμιου Ξύλου, δύο χρυσοκέντητοι επιτάφιοι 16ου και 17ου αιώνα, σταυροί, αέρες, άμφια, ιερά σκεύη και ευαγγέλια, με βαρύτιμα καλύμματα, προσκυνητάρια μεταξύ των οποίων εκείνο του 1680 Αγίων Τόπων Ποδέα του 1550 με τα Εισόδια της Θεοτόκου και τέλος περισσότερα από εκατό ιερά λείψανα διαφόρων Αγίων τα οποία φυλάσσονται στο Καθολικό. Μεταξύ των ιερών λειψάνων είναι αυτά των προστατών της μονής Αγίου Νικολάου, Οσίου Γρηγορίου και Όσιας Αναστασίας της Ρωμαίας. Ακόμη το δεξί χέρι του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και οι κάρες των Αγίων Μοδέστου, Ιακώβου του Πέρσου, Φωτεινής της Σαμαρείτιδος, Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και Κηρύκου.
Το εικονοφυλάκιο συστεγάζεται με το σκευοφυλάκιο, στην πτέρυγα του παπά-Συμεών. Η μονή διατηρεί μεγάλο αριθμό φορητών εικόνων Βυζαντινών, μεταβυζαντινών και νεότερων. Ορισμένες από αυτές έχουν ιδιαίτερη αρχαιολογική και καλλιτεχνική αξία. Αξίζει να μνημονευθεί η φορητή εικόνα του Αγίου Νικολάου 15ου αιώνα που βρίσκεται στο Καθολικό. Ο Άγιος εικονίζεται με ηλιοκαμένο πρόσωπο, σαν ναυτικός με τρικυμισμένα γένια και μέτωπο. Επίσης η θαυματουργική, φορητή εικόνα της Παναγίας, της Οδηγήτριας Παντάνασσας 15ου αιώνα. Είναι γνωστή και ως Παλαιολογίνας από το όνομα της δωρήτριας Μαρίας Παλαιολογίνας. Τέλος η φορητή εικόνα της Παναγίας, της Γαλακτοτροφούσας του 17ου αιώνα όπου η Θεοτόκος θηλάζει το Χριστό. Αποτελεί από τα σπανιότατα θέματα στην εικονογραφία.
Η βιβλιοθήκη της Μονής Γρηγορίου, στεγάζεται σε μικρό, θολοσκέπαστο διαμέρισμα της δυτικής πτέρυγας, κάτω από την τράπεζα. Eίναι πολύ καλά οργανωμένη. Το μεγαλύτερο τμήμα του υλικού της είχε καταστραφεί μετά τη πυρκαγιά του 1761 και τις λεηλασίες των Τούρκων από το 1821 έως 1830. Αριθμεί συνολικά 297 χειρόγραφους κώδικες, 11 από τους οποίους είναι περγαμηνοί.
Επίσης, διατηρεί 20.000 περίπου έντυπα βιβλία, μεταξύ των οποίων 630 παλαίτυπα. Άξιο αναφοράς είναι το μοναδικό στον κόσμο χειρόγραφο του 8ου αιώνα "Ο Ποιμήν" του απολογητικού συγγραφέα Ερμά. Τέλος, φυλάσσει μια αξιόλογη συλλογή σιγιλλίων, κηρόβουλλων, φιρμανιών και άλλων εγγράφων μεταξύ των οποίων ένα μουσικό χειρόγραφο του 1744, ένα τουρκικό σουρέτι του 1429 και ένας βακουφναμές του 1561. Το αναγνωστήριο, με τα νεότερα βιβλία, βρίσκεται στο ισόγειο, βορειοδυτικό άκρο της Βορεινής πτέρυγας, του παπα-Συμεών. Προβλέπεται, λόγω ανεπάρκειας χώρου, η μεταφορά της βιβλιοθήκης, στη νέα ανατολική πτέρυγα.
H Μονή Γρηγορίου άμεσο και έμμεσο περιβάλλοντα χώρο της έχει τον αρσανά, το ψαρόσπιτο, το παλιό βουρδουναριό και εργατόσπιτο και το μηχανουργείο. Επίσης το νέο ξενώνα, βοηθητικό κτίσμα με το παρεκκλήσιο του Αγίου Τρύφωνα, κελλιά κηπουρών, αποθήκες και άλλα βοηθητικά κτίσματα που είναι διάσπαρτα γύρω της.
Ο αρσανάςτης Μονής Γρηγορίου βρίσκεται βόρεια και συνδέεται με αυτή μέσω λιθόστρωτου, ανηφορικού δρόμου διακοσίων περίπου μέτρων. Καταλαμβάνει την ευρύτερη περιοχή των εκβολών του χειμάρρου Χρεντέλι. Περιλαμβάνει δύο λιμάνια, ένα ακριβώς κάτω από το μεγάλο βράχο της μονής και το άλλο βορειότερα. Σε δύο χειρόγραφα της μονής αναφέρονται δύο φοβερές πλημμύρες το 1820 και 1853, που κατέστρεψαν ολοσχερώς τον αρσανά από τον οποίο διασώζονται ορισμένα υπολείμματα .
Το βουρδουναριό συστεγάζεται με το ξυλουργείο και εργατόσπιτα σε μεγάλο κτιριακό συγκρότημα. Ανακαινίστηκε το 1989 και χωροθετείται κοντά στο βορειότερο λιμάνι του αρσανά.
Στο πλησιέστερο προς τη Μονή Γρηγορίου λιμάνι και απέναντι από το αντίστοιχο κτίριο του αρσανά, βρίσκεται το παραλιακό αρχονταρίκι της Μονής. Παλαιότερα ήταν βουρδουναριό που μετασκευάστηκε το 1985 σε αρχονταρίκι, προκειμένου η μονή να καλύψει τις ιδιαίτερα αυξημένες ανάγκες της σχετικά με την φιλοξενία προσκυνητών.
Bόρεια της Μονής Γρηγορίου, σε απόσταση σαράντα μέτρων από την κύρια είσοδο, βρίσκεται το παλιό διώροφο εργατόσπιτο. Χρονολογείται στα 1850 σύμφωνα με εντοιχισμένη επιγραφή. Αποκαταστάθηκε πρόσφατα και μετασκευάστηκε προκειμένου να στεγάσει μηχανουργείο, ηλεκτρολογείο, ραφείο και μουσικοδιδασκαλείο. Δεύτερο εργατόσπιτο υπάρχει στο νέο συγκρότημα του ξυλουργείου-μηχανουργείου.
Ο πύργος της Μονής Γρηγορίου κτίστηκε το 1792. Eίναι ενσωματωμένος στο ανατολικό της τείχος. Σήμερα, προβλέπεται η επανάχρηση του και λειτουργική του προσαρμογή στη νέα ανατολική πτέρυγα. Στο ανατολικό άκρο της μεσαίας πτέρυγας της μονής σώζεται σπάραγμα παλιότερου πύργου, με πολεμίστρες, που προστάτευε την τότε κύρια είσοδο της μονής.
Η Μονή Γρηγορίου διαθέτει έξι Κελλιά, στις Καρυές μαζί με το αντιπροσωπείο της του Αγίου Τρύφωνος. Το αντιπροσωπείο της κατά τον 11ο αιώνα συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα ογδόντα μονύδρια του Αγίου Όρους. Το Κελλί των Αγίων Αναργύρων, όπου μονάζουν οι αγιογράφοι Παχωμαίοι, της Υπαπαντής του Χριστού, στο κέντρο των Καρυών, όπου μονάζουν οι αγιογράφοι Ιωσαφαίοι, το Κελλί του Αγίου Φιλοθέου του Κόκκινου, κοντά στο ναό του Πρωτάτου, που ανακαινίστηκε το 1995. Τέλος το Κελλί του Αγίου Νικολάου, βορειοανατολικά των Καρυών, στη θέση "Κομμένοι " και το Κελλί των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου που βρίσκεται στην περιοχή της Καψάλας.
Η Μονή Γρηγορίου διαθέτει έξι Καθίσματα στην ευρύτερή της περιοχή:
Των Αθωνιτών Πατέρων 19ου αιώνα, το οποίο ανακαινίστηκε κατά τα έτη 1976-90.
Της Παναγίας, 18ου αιώνα όπου ασκήτευσε για ένα χρόνο και ο Άγιος Ακάκιος, ο Καυσοκαλυβίτης, πριν εγκατασταθεί οριστικά στα Καυσοκαλύβια. Το Κάθισμα αυτό απέχει τριάντα μέτρα από τη σπηλιά όπου ασκήτευσε ο ιδρυτής και Κτήτορας της μονής Όσιος Γρηγόριος. Επίσης έχει τα Καθίσματα Των Αγίων Αποστόλων και του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγουμέσα στο δάσος σε υψόμετρο 700 μέτρ , 19ου αιώνα, .
Tέλος τα Καθίσματα τoυ Αγίου Αρτεμίου, του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου και του Προφήτη Ηλία, το οποίο λειτουργεί και ως πυροφυλάκιο του δάσους της μονής.
Πηγές:
Δωροθέου Μοναχού, ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ   Μύηση στην Ιστορία του και τη Ζωή του, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη
Κέντρο Διαφύλαξης Αγιορείτικης Κληρονομιάς, Οδοιπορικό στο Άγιον Όρος

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ


Η Ιερά Μονή Ξενοφώντος, ή Ξενόφου (κατά τα κατοπινά χρόνια) κείται σε παράλιο, αλλά αλίμενο τόπο της δυτικής πλευράς της Χερσονήσου, μεταξύ των Μονών Δοχειαρίου και Αγίου Παντελεήμονος, Ρωσικού.
Σ' ένα χώρο εδαφολογικά ανώμαλο, λίγα μέτρα από τη θάλασσα, η Μονή οικοδομείται κατά συνθήκη. Απλώνεται προς βορρά και νότο. Στον εσωτερικό χώρο της Μονής υπάρχουν δύο καθολικά: το αρχαίο και το νεότερο. Το αρχαίο, με πολλά παλαιοχριστιανικά σύμβολα διακοσμημένο, κείται στα νότια της Μονής. Τα λοιπά κτίσματα προς βορρά είναι νεότερες προσθήκες.
Η Μονή είναι σύγχρονη της Μεγίστης Λαύρας. Στο Βίο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη αναφέρεται «πρεσβύτερος Ξενοφών ηγούμενος ενός των εν τω Όρει φροντιστηρίων», του οποίου τον αυτάδελφο και συμμοναστή, που έπασχε από «καρκίνον», θεράπευσε ο Άγιος Αθανάσιος. Ο παραπάνω Ξενοφών είναι ο ιδρυτής της Μονής και η υπογραφή του κείται σε πολλά έγγραφα του 998-1010. Από τα έγγραφα αυτά γίνεται φανερό ότι ο Ξενοφών ασκούσε το υπούργημα του γραμματέα της Σύναξης: «εγράφη η παρούσα ασφάλεια δια χειρός Ξενοφώντος μοναχού και ηγουμένου μονής του Αγίου Γεωργίου». Ο ηγούμενος της Μονής εκείνης, αλλά και ιδρυτής, ήταν οσιακή μορφή, γι αυτό, αμέσως μετά την κοίμησή του, καθιερώνεται η νέα ονομασία της Μονής: Ξενοφώντος. Ο Ξενοφών σύναξε τυπικό και διαθήκη υπέρ της Μονής, όπως δείχνουν αναφορές εγγράφου του έτους 1083. Σε απόσπασμα της διαθήκης, στο έγγραφο του 1083, ο Ξενοφών αναφέρεται και στο μύλο που έχτισε για τις ανάγκες της Μονής, αλλά, κατ' επέκταση, και για τις ανάγκες των λοιπών πλησιόχωρων μονών: «Εις τον μύλωνα μη ζητείν τι, αλλ' άνευ εξαγίου αλέθειν πάντας τους ερχομένους, καθώς ο κυρ Ξενοφών και κτίτωρ διετάξατο». Κι άλλο απόσπασμα: «Την ευλογίαν της μονής οφείλεις παρέχειν κατ' έτος τοις γέρουσι τη πρώτη εβδομάδι της Τεσσαρακοστής, καθώς ο κυρός Ξενοφών ο κτίτωρ διετάξατο». Μιά σειρά ηγουμένων μετά την κοίμηση του Ξενοφώντα μας είναι γνωστοί: Θεόδωρος (1018-35), Γρηγόριος (1047), Θεόδωρος δεύτερος (1059-71), Νικόλαος (1076). Στο διάστημα της ηγουμενίας μεταξύ του Γρηγορίου και του Θεοδώρου πρέπει να τοποθετηθεί και η ηγουμενία του Γερασίμου.
Κατά το διάστημα 1078-81, επί βασιλείας Νικηφόρου Βοτανειάτη, έρχεται στη Μονή «ο μέγιστος δρουγγάριος» (=ναύαρχος) Στέφανος ευνούχος, «ανήρ τ' άλλα τε αγαθός και της θείας αρετής ακραιφνέστατος ζηλωτής, βρίθων τε πλούτω πολλώ και ουχ ήττον τοις λοιποίς μεγιστάσι παρά Βασιλέως τετιμημένος». Λοιπόν, αφού παραιτείται του αξιώματος και «προκρίνει – των άλλων μοναστικών κοινοτήτων – την εις Άγιον Όρος οίκησιν», εγκαθίσταται στο «ημελημένον παντή και πολλής δεόμενον επικουρίας» μοναστήρι του Ξενοφώντος. Εδώ κείρεται μοναχός με τ' όνομα Συμεών. Ο Βοτανειάτης συντρέχει στην καλή πρόθεση του αξιωματούχου του: εκδίδει ορισμό, χρηματοδοτεί την ανέγερση κτιρίων και προσηλώνει στη Μονή το «μοναστήριον λεγόμενον του Ιερομνήμονος, ήτοι τα Βορβορού». Ο Συμεών πάλι πλουτίζει τη Μονή αγοράζοντας σε διάφορα σημεία εντός και εκτός του Αγίου Όρους κτήματα και οικήματα και πολλά ζώα. Η Μονή ανασυγκροτείται κτιριακά: ευτρεπίζεται ο ναός, ορθώνεται το κάστρο, σχεδόν στο σύνολό του, και εγείρονται τα κελλιά των μοναχών. Αλλά, όπως συμβαίνει, κατά κανόνα, με τους μοναχούς εκείνους που γίνονται ηγούμενοι πριν δοκιμαστούν στην υπακοή, συνέβη και με τον Συμεών: υπερηφάνεια και εξουδένωση προς τους παλιότερους μοναχούς. Δεν ήταν μόνο ο Συμεών προκλητικός, αλλά και οι τρις υποτακτικοί του: οι Ευσέβιος, Κάνδιδος, Ιλαρίων. Έτσι «πλήθος άπαν αθροισθέντες των μοναχών» - η Ξενοφώντος αριθμούσε 55 μοναχούς – τους έδιωξαν από το Όρος. Ο Συμεών καταφεύγει στον αυτοκράτορα, Αλέξιο το μέγα Κομνηνό (1081-1118), διάδοχο του Βοτανειάτη στη βασιλεία. Ο Αλέξιος με την τάση που είχε πάντα να υπερασπίζεται κάθε αδικούμενο, ακόμα κι αν δεν τ' άξιζε, στέλνει γράμμα στον Πρώτο του Όρους Παύλο, με το οποίο ζητούσε την επανόρθωση του πταίσματος, επισημαίνοντας ότι υπαίτιος του επεισόδιου ήταν ο ίδιος ο Πρώτος: «οι υπό σε μοναχοί ειδήσει και θελήσει ση ενστάντες έδιωξαν αυτόν» (το Συμεών). Λοιπόν ότι έγινε πριν, «διορθώσης νυν καλώς». Προς τούτο στέλνω και αξιωματούχο του παλατιού «εις το τα πάντα τελέσητε καλώς», κατακλείοντας γράφει ο Αλέξιος στην επιστολή του. Ο Πρώτος και η Σύναξη εφαρμόζουν τις βασιλικές εντολές, υφηγούνται όμως στο Συμεών τους αυστηρούς κανόνες που διέπουν τη μοναχοπολιτεία, ζητώντας την απαρέγκλιτη τήρησή τους: όχι εξόδους από το Όρος «άνευ συγχωρήσεως του Πρώτου», όχι εισδοχή αγενείων ούτε θηλυκών ζώων «ουδέ ετέρου ευνούχου».
Στους επόμενους αιώνες η τύχη της Μονής θα κριθεί από την παράλια θέση της: συνεχείς πειρατικές κρούσεις θα γίνονται το σοβαρό πρόσκομμα στην πρόοδό της. Κατά το τέλος του 13ου αιώνα καταστρέφεται από Λατίνους πειρατές. Με την παρέλευση όμως ενός αιώνα έχει κερδίσει σημαντική θέση μεταξύ των λοιπών Μονών, αφού στο Γ΄ Τυπικό (1393) έρχεται όγδοη με άλλες 17 Μονές να έπονται.
Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας η Μονή θα τύχει ευεργετικής προστασίας από το Νεαγκόε (1512-21), που της ορίζει ετήσια επιχορήγηση 2.000 άσπρα. Επίσης ο Ιωάννης Ματθαίος Basarab (1632-54) χρηματοδοτεί την ιστόρηση του νάρθηκα του καθολικού και της τράπεζας. Άλλοι, επίσης Βλάχοι, είναι ο Ράδουλος Παΐσιος (1535-45) κι ο αδελφός του Κωνσταντίνος Βόρνικος και, τέλος, ο Κωνσταντίνος Brancovan (1688-1714). Ιδιαίτερα μνημονεύεται η δωρεά της σκήτης «Ζδράλης ή Ρόμβας» καθώς και δυό χωριά, που δώρησαν ηγεμόνες στη Ρουμανία.
Κατά την πορεία της η Μονή συνάντησε και την ερήμωση, κι άλλοτε έχαιρε επί πλήθει μοναχών. Κατά τον 16ο αιώνα κυριαρχικό στοιχείο στην έμψυχη σύνθεση της Μονής θα είναι οι Σλάβοι. Κατά το ίδιο διάστημα, συγκεκριμένα προ του 1596, η Μονή αναγκάζεται, άγνωστο για ποιά αιτία, να πουλήσει μέρος των χειρογράφων της στη Μονή Ξηροποτάμου, όπως αναφέρεται σε σημείωση: «Το παρόν βιβλίον τυγχάνει της μονής Ξηροποτάμου, πριαθέν εκ της μονής Ξενοφώντος, συν ετέροις πλείοσι βιβλίοις».
Τον επόμενο αιώνα ανοίγεται σε άφρονες δικαστικούς αγώνες με συνέπεια να βρεθεί μπλεγμένη σε συνδικάτο εβραίων τοκογλύφων της Θεσσαλονίκης, χρωστώντας 15.000 γρόσια. Έτσι, χρεωμένη και διαλυμένη, βρίσκεται κατά τα μέσα του 18ου αιώνα, προμηνώντας την ελευσόμενη ανασυγκρότησή της. Πραγματικά, οργανώνεται σε κοινόβιο το 1784, κάνοντας γνωστή τη θεάρεστη πράξη της στο Πατριαρχείο. Ο πατριάρχης Γαβριήλ Δ΄ στις 13 Ιουνίου του ιδίου έτους εκδίδει το σχετικό σιγίλλιο. Η Ξενοφώντος είναι το πρώτο μοναστήρι που επιστρέφει στην κοινοβιακή τάξη. Πρώτος ηγούμενος ενθρονίζεται ο ιερομόναχος Παΐσιος ο Λέσβιος, ένας ρέκτης και λόγιος Καυσοκαλυβίτης ασκητής του κελλιού Άγιος Θεολόγος, που θ' ανεβάσει τη Μονή σε περιωπή, έχοντας μαζί του και τους 20 μαθητές του. Ο Παΐσιος ζητώντας τη συνδρομή πολλών, και κυρίως του πρώην μητροπολίτη Σαμακοβίου Φιλοθέου (που θα μείνει και θα καρεί μεγαλόσχημος στη Μονή) προσθέτει νέα κτίσματα, αποτυπώνοντας τη σφραγίδα του. Του «Παϊσίου ιερομονάχου Καυσοκαλυβίτου Θεολόγου» (η τελευταία λέξη εννοεί το κελλί κουράς του), η βιβλιοθήκη με πολλές σπάνιες εκδόσεις, έχει συγχωνευτεί με τα λοιπά βιβλία της Μονής. Όμως τα βιβλία του Παϊσίου φέρουν την παραπάνω σφραγίδα και υπογραφή του. Τα πορτραίτα του Παϊσίου και του Φιλοθέου κοσμούν το δυτικό τοίχο του καθολικού. Η Μονή χάρη στον Παΐσιο, έγινε ζηλευτή. Άλλα 5 μοναστήρια μομούμενα το παράδειγμά της ανορθώθηκαν. Επί ηγουμενίας Παϊσίου, αρχίζει και η ανέγερση του νέου μεγάλου καθολικού, χωρητικότητας 2.000 ατόμων, που θα ολοκληρωθεί μετά μια 30ετία, επί ηγουμενίας του δευτέρου Παϊσίου του Βυζαντίου (+26-4-1831 σύμφωνα με ενθύμηση στον κώδικα 371, φ. 163β της Μονής Ρωσικού). Μια μικρής έκτασης πυρκαγιά (24-2-1817), κατά την οποία θα καταστραφούν πολλά έγγραφα, δεν θα ανακόψει τη ραγδαία ανασυγκρότηση της Μονής. Παράλληλα θα αυξάνουν αριθμητικά και τα μέλη της αδελφότητας: το 1744 αριθμεί 3-4 μοναχούς. Το 1808, 59. Το 1880, 80 και το 1903, 130 μοναχούς.
Το καθολικό του Παϊσίου είναι από τα πιό ευρύχωρα. Το τέμπλο του, μαρμάρινο, έχει τολμηρές γραμμές, όχι όμως και καλή γλυπτική. Η αγία Τράπεζα είναι ωραιοτάτη, από μάρμαρο αθωικό και τηνιακό. Αντίθετα, το αρχαίο καθολικό είναι μικρό και σκοτεινό και συνέχεται με την τράπεζα σε άνισα επίπεδα. Οι τοιχογραφίες του καθολικού αυτού είναι του 1545 έργο του Κρητικού αγιογράφου Αντωνίου, πλην έχουν επιζωγραφιστεί κατά τρόπο άτεχνο. Της λιτής και του νάρθηκα οι αγιογραφίες έχουν εκτελεστεί μετά μια 20ετία, το 1564, από το χρωστήρα «Θεοφάνους μοναχού τάχα και αγιογράφου» (επιγραφή στο υπέρθυρο του νάρθηκα). Και οι τοιχογραφίες αυτές, του νάρθηκα, ανακαινίστηκαν «δι αμαθούς αγιογράφου, όστις παρεμόρφου την μίαν μετά την άλλην εκ των τοιχογραφιών του Θεοφάνους τω 1905». Το τέμπλο, ξυλόγλυπτο, ανήκει στο 17ο αιώνα. Πλάι στο ιερό Βήμα του αρχαίου καθολικού κείται το αρχαίο μικρό παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου, σύγχρονο του καθολικού. Η τράπεζα της Μονής τοποθετείται απέναντι από το παλιό καθολικό και είναι ιστορημένη το 1575, με επιζωγραφήσεις. Η φιάλη, από χιακό κόκκινο μάρμαρο, τοποθετήθηκε το 1901 είναι όμως κατά πολύ παλιότερη. Το κωδωνοστάσιο, ογκώδες και βαρύ, μοιάζει με πύργο. Χτίστηκε το 1864. κομψό κτίσμα είναι ο κοιμητηριακός ναός, δυτικά της Μονής.
Γενικά η μοναστηριακή αρχιτεκτονική, που τοποθέτησε τα κτίρια απρογραμμάτιστα, σ' ένα έδαφος ανώμαλο, υπερνικάται από το λαμπρό καθολικό, τις γραφικές επάλξεις του τείχους και τα δύο αιωνόβια κυπαρίσσια, μαζί με τ' άλλα εσπεριδοειδή δέντρα γύρω από το καθολικό.
Στις αρχές του 20ου αιώνα τοπικιστικές έριδες τείνουν να οδηγήσουν τη Μονή στο χείλος παρακμής. Ξεπεράστηκαν όμως όλες εκείνες οι εκτροπές με την έκδοση του Εσωτερικού Κανονισμού της Μονής, με το άρθρο 4 να ορίζει: «Απαγορεύεται αυστηρότατα ο φυλετισμός, η φατρία και η διαίρεσις...».
Η Μονή Ξενοφώντος έχει δύο Καθολικά τιμώμενα στον Άγιο Γεώργιο. Το παλαιότερο είναι από τα μικρότερα του Αγίου Όρους και ο νάρθηκας του εφάπτεται ουσιαστικά στην ανατολική πλευρά της Τράπεζας. Οι πολύ ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες του κυρίως ναού είναι του Κρητικού ζωγράφου Αντωνίου και χρονολογούνται το 1544. Οι τοιχογραφίες του νάρθηκα είναι του 1564 από το ζωγράφο Θεοφάνη συνώνυμου εκείνου που αγιογράφησε το ΙΜ Σταυρονικήτα. Οι τοιχογραφίες του εξωνάρθηκα είναι μεταγενέστερες. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα επιπεδόγλυφης τεχνικής του 17ου αιώνα με τον πλούσιο φυτικό διάκοσμο.
Το νεότερο Καθολικό θεμελιώθηκε από το Φιλόθεο το 1817, και περατώθηκε σε είκοσι χρόνια. Είναι μεγαλοπρεπές, ευρύχωρο και πολύ φωτεινό.
Το τέμπλο του καθώς και η Τράπεζα του Ιερού Βήματος κατασκευάστηκαν από τηνιακά και αθωνικά μάρμαρα. Αρχικές τοιχογραφίες δεν υπάρχουν εκτός εκείνων των νεώτερων του νάρθηκα.
To καμπαναριό βρίσκεται στον ανώτερο όροφο ενός τετράγωνου πενταόροφου πύργου βορειοδυτικά του νέου Καθολικού. Κατασκευάστηκε το 1864.
To περιστύλιο της φιάλης της Μονής Ξενοφώντος χρονολογείται από το 1901 και είναι από τα νεότερα του Αγίου Όρους. Δεν περιβάλλεται από μαρμάρινα θωράκια. Η θολωτή οροφή του περιστυλίου είναι εξ ολοκλήρου τοιχογραφημένη. Η φιάλη, που είναι κατασκευασμένη από ερυθρό μάρμαρο, είναι πολύ παλαιότερη και ανάγεται στον 11ο αιώνα.
Ο Κοιμητηριακός ναός βρίσκεται νοτιοδυτικά της Μονής και είναι αφιερωμένος στην Αγία Τριάδα. Είναι κατασκευασμένος το 1817. Εσωτερικά είναι μονόχωρος, θολοσκέπαστος και σχηματίζει προς την θάλασσα ανοικτό νάρθηκα.
Η αυλή περιλαμβάνει το αρχικό της νότιο τμήμα, όπου το παλιό Καθολικό και το νεότερο βόρειο τμήμα της, αρχών 19ου, όπου το νεώτερο Καθολικό. Είναι επικληνής, διαμορφώνοντας διαφορετικά επίπεδα και συνολικά πλακοστρωμένη σχηματίζοντας ακανόνιστο πολύπλευρο με νησίδες δένδρων και καλλωπιστικών φυτών. Θεωρείται αρκετά ευρύχωρη σε σχέση με άλλες μονές του Αγίου Όρους. Είσοδoς σ΄αυτή γίνεται από το νότιο τμήμα με παλιό γραφικό λιθόστρωτο.
H Τράπεζα βρίσκεται στον πρώτο όροφο της νοτιοδυτικής πτέρυγας. Είναι κατάγραφη με ωραίες τοιχογραφίες που χρονολογούνται από το 1496 και είναι από τις παλαιότερες σε τράπεζα του Αγίου Όρους. Η κάτοψή της είναι σχεδόν ορθογώνια, με κόγχες. Κατά μήκος της μιας πλευράς υπάρχει μία συστοιχία παραθύρων προς τη θάλασσα. Εν όψει του εορτασμού της χιλιετηρίδας της μονής, η τράπεζα ανακαινίσθηκε ως προς την ξύλινη οροφή της την επίστρωση του δαπέδου της , τα κινητά ξύλινα τραπέζια και τους πάγκους. Επίσης συντηρήθηκε και το σύνολο των τοιχογραφιών της αναδεικνύοντας τη σπουδαιότητά τους. Ο χώρος μεταξύ Καθολικού και Τράπεζας είναι επίσης κατάγραφος με τοιχογραφίες του 17ου αιώνα.
To νέο μαγειρείο της Μονής Ξενοφώντος είναι αυτοτελές κτίσμα, τέλους του 14ου αιώνα. Βρίσκεται ανατολικά της Τράπεζας και σε επαφή μαζί της και έχει πρόσωπο προς την αυλή της μονής.
To λαδαριό βρίσκεται ανατολικά της εισόδου, ενώ το δοχειό της βρίσκεται κάτω από την Τράπεζα.
O φούρνος βρίσκεται στη νοτιοανατολική παλιά πτέρυγα της Μονής. O παλιός φούρνος διατηρείται μέχρι και σήμερα ακριβώς δίπλα του.
To κρασαριό βρίσκεται στο ισόγειο και υπόγειο χώρο της νοτιοδυτικής γωνίας της μονής.
Oι πτέρυγες της Μονής Ξενοφώντος, μαζί με τους περιμετρικούς τοίχους σχηματίζουν τεθλασμένο επτάπλευρο. Ενα τμήμα της δυτικής πτέρυγας, είναι των αρχών του 19ου αιώνα και αποτελεί την επέκταση του αρχικού πυρήνα της μονής προς βορρά. Η βορειοδυτική γωνία της είναι του 1802, όπου ήταν το παλιό αρχονταρίκι. Παράλληλη προς την θάλασσα είναι η νότια πτέρυγά της του 19ου αιώνα η οποία ανακατασκευάστηκε μετά απο πυρκαγιά του 1817, απο τον πρώην Μητροπολίτη Φιλόθεο.
Η τριώροφη νοτιοανατολική πτέρυγα - επονομαζόμενη των πατέρων - με εσωτερικούς επάλληλους ξύλινους εξώστες, έχει τη αφετηρία της στον 11ο αιώνα, η οποία πρόσφατα έχει αποκατασταθεί συνολικά. Στην επέκταση του τείχους υπάρχει επιγραφή με ένθετους πλίνθους 1799.
Οι άλλες πλευρές της περιβάλλονται με ψηλά τείχη προστασίας και προσαρτημένα σ΄αυτά παρεκκλήσια και βοηθητικά κτίσματα.
Tα κελλιά των μοναχών της Μονής Ξενοφώντος βρίσκονται στους ορόφους της νοτιοανατολικής παλαιάς πτέρυγας, καθώς και στους ορόφους της νότιας πτέρυγας η οποία είναι παράλληλη με τη θάλασσα. Εσωτερικά χαρακτηρίζονται απο τις σχετικά περιορισμένες διαστάσεις τους.
To ηγουμενείο βρίσκεται στο Βόρειο άκρο της Νοτιοδυτικής πτέρυγας. Eκεί κοντά βρίσκεται και το Συνοδικό της Μονής το οποίο μάλιστα πρόσφατα αποκαταστάθηκε. Στη θέση αυτή και τα δύο υπάρχουν από το 1935.
To αρχονταρίκι βρίσκεται στο νότιο άκρο της μονής κοντά στην είσοδο. Τα δωμάτια φιλοξενίας καλύπτουv εκατό άτομα.
Η μονή Ξενοφώντος διαθέτει στις πτέρυγές της εργαστήριο βυζαντινής αγιογραφίας, βιβλιοδετείο, εκθετήριο ειδών λαϊκής τέχνης, εργαστήριο συντήρησης κειμηλίων, τοιχογραφιών και δημιουργίας νέων τοιχογραφήσεων, νοσοκομείο, φαρμακείο, γηροκομείο, οδοντιατρείο, ραφείο, κηροπολαστείο, προσφοριό και πολλούς άλλους βοηθητικούς και αποθηκευτικούς χώρους.
To σκευοφυλάκιο στεγάζεται στη νότια πτέρυγα σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους για φύλαξη και έκθεση των κειμηλίων της. Περιλαμβάνει πολλά και αξιόλογα κειμήλια μεταξύ των οποίων σταυρούς με τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου, ανάγλυφο εικονίδιο της Μεταμορφώσεως του 13ου αιώνα σε στεατίτη λίθο, εικόνες, μεταξύ των οποίων η ψηφιδωτή εικόνα του Αγίου Γεωργίου καθώς και η ψηφιδωτή εικόνα του Αγίου Δημητρίου. Επίσης έχει χρυσοκέντητα άμφια, λειτουργικά σκεύη και αντικείμενα.
Σαν εικονοφυλάκιο λειτουργoύν τα παρεκκλήσια της καθώς και o ειδικά διαμορφωμένος χώρος του σκευοφυλακίου της. Ήδη διαμορφώθηκε αυτοτελής χώρος στον πρώτο όροφο του πύργου του κωδωνοστασίου.
H Μονή διαθέτει αρκετές βυζαντινές εικόνες, μεταξύ των οποίων της Μεταμόρφωσης του Χριστού, 12ου αιώνα, καθώς και τη θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου της Οδηγήτριας, την οποία η παράδοση αναφέρει ότι ήρθε το έτος 1730 από την Μονή Βατοπεδίου. Eπίσης έχει πολλές αξιόλογες μεταβυζαντινές και νεότερες εικόνες όπως του Τιμίου Προδρόμου, 17ου αιώνα. Τέλος αξίζει να μνημονευθεί το βημόθυρο του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, 16ου αιώνα.
H αξιόλογη βιβλιοθήκη της Μονής Ξενοφώντος στεγάζεται σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους της νότιας πτέρυγας σε όμορους χώρους του σκευοφυλακίου. Περιέχει 10.000 έντυπα βιβλία, παλαιά έγγραφα, καθώς και περισσότερους από 400 χειρόγραφους κώδικες, από τους οποίους οκτώ είναι περγαμηνοί, καθώς και τρία ειλητάρια.
Ο Αρσανάς δεν αποτελεί ξεχωριστό κτίσμα αλλά βρίσκεται ενσωματωμένος στην νοτιοδυτική γωνία της μονής, λόγω της άμεσης γειτνίασης της με τη θάλασσα.
Στο ισόγειο-υπόγειο άκρο της δυτικής πτέρυγας της Μονής Ξενοφώντος, όπου υπήρχε πύργος της μονής με παρεκκλήσι, υπήρχε μεγάλη στέρνα με σύστημα φτερωτής και λειτουργία νερόμυλου. Στη σχεδιαστική απεικόνιση του 1744, του Ρώσου περιηγητή Μπάρσκυ προσδιορίζεται η θέση αυτή.
Δυτικά του αρσανά και σε μικρή απόσταση από αυτόν, υπάρχει μικρό ψαρόσπιτο της μονής κτισμένο το 1876. Ο όροφός του ήταν χώρος διαμονής και το ισόγειό του βοηθητικός αποθηκευτικός χώρος. Χαρακτηριστική είναι η μεγάλη του απλωταριά πρός τη θάλασσα.
Νοτιοανατολικά της Μονής Ξενοφώντος βρίσκεται το μεγάλο και επιβλητικό εργατόσπιτο που στο ισόγειό του στεγάστηκε και το παλιό ξυλουργείο της μονής. Αποτελεί αξιόλογο κτίσμα λαϊκής αρχιτεκτονικής, που η αποκατάστασή του επέτρεψε την συνολική επανάχρηση και αξιοποίησή του σαν εργατόσπιτο και αποθηκευτικό χώρο.
Η Μονή Ξενοφώντος δε διασώζει -πλην εκείνον του καμπαναριού-κανένα από τους αμυντικούς της πύργους που στην ιστορική της διαδρομή είχε, όπως ο πύργος που ανοικοδόμησε ο μέγιστος δουγκάριος Στέφανος, περί το 1080. H κατάργησή τους δεν σχετίζεται με την επέκταση της μονής Ξενοφώντος τον 19ο αιώνα. Για τον λόγο αυτό και δεν απεικονίζονται πύργοι στο σχέδιο του περιηγητή Μπάρσκυ το 1774.
H Μονή Ξενοφώντος έχει εξαρτήματά της, την Σκήτη Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, δύο Κελλιά και τέσσερα Καθίσματα. Στα εξαρτήματά της διαβιούν δεκαπέντε μοναχοί.
Η Σκήτη Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, καλούμενη και Ξενοφωντινή Σκήτη,συγκροτήθηκε το 1755 από τον ιερομόναχο Σιλβέστρο και τους γέροντες Εφραίμ και Αγάπιο. Βρίσκεται ανατολικά της Μονής.Eίναι σε μορφή οικισμού με Καλύβες. Η βιβλιοθήκη της Σκήτης περιέχει 150 έντυπα βιβλία και ορισμένα χειρόγραφα.
Το συγκρότημα του Κυριακού περιλαμβάνει επίσης Τράπεζα, αρχονταρίκι του 1815 με χώρους φιλοξενίας. Το Κυριακό της Σκήτης Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, που αποτελεί τον κεντρικό ναό της Σκήτης, ανοικοδομήθηκε το 1755. Ο νάρθηκας του ανακατασκευάστηκε το 1902. Ο κυρίως ναός είναι τοιχογραφημένος το 1766 από τους Ηπειρώτες ζωγράφους Κωνσταντίνο και Αθανάσιο όπως αναγράφεται σε σχετική επιγραφή. Οι τοιχογραφίες εντυπωσιάζουν για την θεματολογία και την τεχνική τους. Διαθέτει 100 περίπου εικόνες από τις οποίες ξεχωρίζουν η Παναγία η Γλυκοφιλούσα και η Κοίμηση της Θεοτόκου.
Στο Κυριακό φυλάσσονται σε λειψανοθήκες λείψανα αγίων μεταξύ των οποίων του Αγίου Χαραλάμπους και του Αγίου Μοδέστου.
Η Ξενοφωντινή Σκήτη αποτελείται από είκοσι έξ καλύβες, από τις οποίες κατοικούνται οι πέντε. Ορισμένες έχουν λόγω εγκατάλειψής τους πολύ μεγάλα κτιριολογικά προβλήματα. Όλες οι Καλύβες έχουν προσαρτημένο ναό, καθώς και μικρή εδαφική έκταση την οποία και καλλιεργούν οι μοναχοί. Οι δέκα περίπου γέροντες της Σκήτης ασχολούνται με την κηπουρική, μελισσοκομία, και θυμίαμα.
Η Μονή Ξενοφώντος έχει μεταξύ των εξαρτημάτων της δύο Κελλιά του Aγίου Τρύφωνα και του Αγίου Νεκταρίου που βρίσκονται στην γεωγραφική της περιοχή, εκτός του αντιπροσωπείου της του Αγίου Ανδρέα στις Καρυές. Σ΄αυτά εγκαταβιώνουν πέντε μοναχοί.
Πηγές:
Δωροθέου Μοναχού, ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ Μύηση στην Ιστορία του και τη Ζωή του, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη 1986.
Κε.Δ.Α.Κ. Κέντρο Διαφύλαξης Αγιορείτικης Κληρονομιάς, Οδοιπορικό στο Άγιον Όρος.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ


Η Ιερά Μονή Σταυρονικήτα βρίσκεται στο μέσον περίπου της ανατολικής πλευράς της χερσονήσου του Άθω, μεταξύ των Ιερών Μονών Παντοκράτορος και Ιβήρων. Τα θεμέλιά της είναι πάνω σε απόκρημνη βραχώδη ακτή. Η επιφάνειά της ισούται με το 1/10 της επιφανείας της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου, γεγονός που την καθιστά μικρότερη απ' όλα τα μοναστήρια του Αγίου Όρους.
Το κτιριακό της συγκρότημα με τον περιβάλλοντα χώρο συνθέτουν ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό σύνολο, μοιάζοντας με γαλλικό ιπποτικό πύργο, με τις επιβλητικές αψίδες και τους προτεταμένους εξώστες να δίνουν στο όλο κτίσμα μια κινητικότητα προς τη θάλασσα. Το Καθολικό της, το μικρότερο όλων των Μονών, είναι αγιογραφημένο από τον Θεοφάνη. Το δάπεδο έχασε τη λάμψη που είχε, αφού τα κενά που δημιουργήθηκαν από την αποκόλληση των μωσαϊκών γεμίστηκαν με χυτό μολύβι. Τα στασίδια, οι θρόνοι και τα προσκυνητάρια μας γυρίζουν σε παλιές εποχές.
Η απώτερη ιστορία της Μονής αρχίζει τον 11ο αιώνα με Καθολικό αφιερωμένο στο όνομα της Κυρίας Θεοτόκου. Η ετυμολογία της λέξης δημιούργησε πολλές υποθέσεις, επειδή σε πρώιμα έγγραφα η ονομασία της Μονής παραδίδεται ως Στραυονικήτα, ονομασία που τη χρησιμοποιεί μόνιμα ένας από τους ηγουμένους της Μονής: «Νικηφόρος μοναχός ο του Στραβονικήτα». Όμως ο επόμενος ηγούμενος μετά τον Νικηφόρο επανορθώνει τη γραφή: «Σάββας μοναχός του Σταυρονικήτα». Ώστε η γραβή Στραβονικήτα θα πρέπει να θεωρείται ως μια γραφική ιδιοτυπία του Νικηφόρου. Η πιο πιθανή εξήγηση της ονομασίας οφείλεται μάλλον σ' ένα σταυρό που έστησε εκεί κάποιος μοναχός Νικήτας ή Ανίκητος. Υπάρχουν στο Όρος τέτοιες τοποθεσίες που πήραν την ονομασία τους από κάποιο σταυρό (π.χ. σταυρός του Μακρυγένους). Αυτή είναι η πρώτη φάση της ύπαρξης της Μονής, που διαρκεί ενάμισυ αιώνα. Για τελευταία φορά αναφέρεται το 1153: «του καθηγουμένου και επιτηρητού της μονής Σταυρονικήτα». Μετά το έτος αυτό αρχίζει να χάνει τη μοναστηριακή υπόστασή της, όχι όμως και τον πύργο, που χρησίμευε για καταφύγιο των μοναχών της γύρω περιοχής, «βίγλα των Καρυών τυγχάνων».
Μετά παρέλευση αιώνα και πλέον, η ερειπωμένη Μονή βρίσκεται υπό την κυριαρχία της Μονής Κουτλουμουσίου. Το 1287 οι Κουτλουμουσιανοί προσέρχονται στον Πρώτο Ιωάννη και ζητούν τη Σταυρονικήτα, δίνοντας για αντάλλαγμα ένα μονύδριό τους. Ο Πρώτος και η Σύναξη δίνουν τη Μονή στην Κουτλουμουσίου, με τον όρο η τελευταία να αναλάβει την ανακαίνισή της. Πότε την εγκατέλειψε η Κουτλουμουσίου, είναι άγνωστο. Πάντως στις αρχές του 16ου αιώνα αυτή διατελεί εξάρτημα της Φιλοθέου. Έτσι ο αρχιμανδρίτης και πατριαρχικός έξαρχος Γρηγόριος, για να γίνει κάτοχος της Μονής, προσφεύγει στη Φιλοθέου, για την έκδοση πωλητηρίου.
Ο Γρηγόριος, ηγούμενος πιο πριν της ιστορικής μονής Γηρομέρου στη Θεσπρωτία, στα ελληνοαλβανικά σύνορα, ζητά τη Σταυρονικήτα από τη Φιλοθέου, δίνοντας στην κυρίαρχο «εκ προαιρέσεως» 4.000 άσπρα. Στο πωλητήριο έγγραφο, εκδεδομένο τον Ιούνιο του 1533, περιγράφεται και η κατάσταση, του «καθίσματος», πως «ην πρόπαλαι ως ερείπιον πεπαλαιωμένον εκ της κυκλοφορικής και χρονιαίας των ημετέρων πραγμάτων μεταβολής και φοράς». Λοιπόν ο νέος κάτοχος αρχίζει σύντονα την ανασυγκρότηση της Μονής: «πλείστην όσην σπουδήν εις αυτό επεδείξατο, εν τε τη ανακτίσει αυτού και βελτιώσει και τη εις το κρείττον μεταβολή», όπως αναφέρει σε σιγίλλιό του ο πατριάρχης Ιερεμίας Α΄ το Μάιο του 1536. Ο Ιερεμίας με το ίδιο έγγραφο κατακυρώνει τις κτήσεις της Μονής. Ο ίδιος σημειώνει ότι το μοναστήρι υπήρχε πριν από το Γρηγόριο «εκ πολλού ημελημένον και ασύστατον». Όμως – όπως μας πληροφορεί έγγραφο της Σύναξης (Ιανουάριος 1541) – ο Γρηγόριος έχει πεθάνει προ διετίας, «ατελές το έργον καταλελοιπώς», ενώ μια πυρκαγιά φέρνει τη Μονή στην κατάσταση που ήταν πριν.
Την εγκαταλειμμένη και απροστάτευτη Μονή, που «εις τελείαν ερήμωσιν καταπεσείν εκινδύνευε», αναλαμβάνει υπό την κηδεμονία της η Σύναξη. Η Σύναξη, ενδιαφερόμενη άμεσα για το σκήνωμα, ζητά νέο κτίτορα, που βρίσκεται στο πρόσωπο του πατριάρχη Ιερεμία του Α΄ (1522-45). Ο Ιερεμίας ήταν γνωστός στη Σύναξη, από τις συχνές επισκέψεις του στον Άθω, κι έτσι σε συνάντηση αυτού με τους ηγουμένους της Σύναξης στο Πατριαρχείο, δέχεται την πρόταση που του κάνουν οι ηγούμενοι «εκπόνως ικετεύοντες». Πρώτο έργο του Ιερεμία είναι η εγκατάσταση ηγουμένου, γεγονός που μαρτυρεί τη συνέπεια και τιμιότητα του Πατριάρχη. Ο ίδιος δεν τη συγκροτεί απλώς σε κοινόβιο, αλλά της δίνει και υπόσταση μοναστηριακή: της αφιερώνει μετόχια, άμφια, ιερά σκεύη, εικόνες, χειρόγραφα. Παράλληλα εγείρει «περικαλλώς κελλία τε και εστίαν κοινοβιακήν και νοσοκομεία και τάλλα δη πάντα τα χρειώδη οικήματα και του τείχεος περιπυργώματα». Επίσης «αμπελώνας και κήπους και ελαιώνας εκτός (της Μονής) κατεφύτευσε, και ύδωρ αένναόν τε και πότιμον κόπω πολλώ εις την τοιαύτην ιεράν Μονήν εισενήνοχε». Ο καθολικός ναός «ιερός και σεβάσμιος, ουχ ήττον δε γε περικαλλής και εράσμιος εκ κρηπίδων αυτών τη των όλων Θεώ ανεγείρατο επ' ονόματι του αυτού γε θεράποντος Νικολάου του πάνυ».  Και προηγουμένως το Καθολικό, τουλάχιστον επί Γρηγορίου, ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο. Ο Ιερεμίας καθιερώνει το κοινοβιακό σύστημα, την ώρα που η πλειονότητα των αγιορειτικών Μονών ακολουθεί την ιδιορρυθμία. Το κοινόβιο λειτουργεί απαρέγκλιτα, αυξάνοντας σε μοναχούς και κτήσεις. Τα όριά της ορίζονται με επικυρωτικό έγγραφο της Σύναξης εκδεδομένο τον Ιανουάριο του 1541. Συγκεκριμένα διευθετούνται οι οριακές διαφορές μεταξύ Σταυρονικήτα και Παντοκράτορος: η Σύναξη δώρησε στο Γρηγόριο την έρημη γειτονική μονή Φακηνού που ανήκε στην Παντοκράτορος. «Εν τη δεσποτεία και χρήσει της Μονής του Σταυρονικήτα... προς πλατυσμόν και ανάπαυσιν της στενώσεως» της μικρής Μονής. Αλλ' ενώ ο Γρηγόριος, και στη συνέχεια ο Ιερεμίας «ολοψύχως την οικοδομήν (της μονής Φακηνού) αρξάμενοι», οι Παντοκρατορινοί ζητούν να επανακτήσουν τη μονή με τρόπο όχι άψογο. Τελικά γίνεται συμφωνία να γίνει νέα οριοθέτηση. Ο Πατριάρχης «Θεού έμψυχος εικών υπάρχων» παρέχει συγγνώμη στους μοναχούς εκείνους επιστρέφοντας και τη μ. Φακηνού, «τον τόπον άπαντα, όσον προς το εκείνων επινεύει μέρος». Το άλλο μέρος της Φακηνού, «το κατά πρόσωπον χερσαίον, το επιβλέπον της Μονής του Σταυρονικήτα», μένει στη δεύτερη. Τέλος τα όριά της επικυρώνονται 4 μήνες αργότερα, με έγγραφο υπογραμμένο από το σύνολο σχεδόν των αρχιερέων του Οικουμενικού κλίματος.
Χρόνια πολλά μετά, το 1581, χαράζονται τα όρια μεταξύ αυτής και της Χιλιανδαρίου, και το 1586, μεταξύ αυτής και της Κουτλουμουσίου. Η Σύναξη βλέποντας τις αυξημένες ανάγκες της Μονής σε φωτόξυλα της δωρίζει το 1544 «εν ξυλοφόρον βουνόν» κι ένα «μυλοθέσιον», βορειοανατολικά των Καρυών.
Ο Ιερεμίας μένοντας πατριάρχης δεν ξεχνά το μοναστήρι του. Το 1542 αφήνει το Πατριαρχείο προσωρινά και έρχεται για λίγους μήνες στη Μονή του. Την οργανώνει σε κοινόβιο και τοποθετεί ηγούμενο τον Σίλβεστρο. Επίσης τον Οκτώβριο του 1544 ο Ιερεμίας βρίσκεται πάλι εδώ, ενώ τον επόμενο χρόνο παραιτούμενος της πατριαρχίας μένει πλέον οριστικά στον Άθω. Κατά το διάστημα αυτό κείρεται μοναχός «μετονομασθείς Ιωάννης» και πεθαίνει ύστερα από λίγο καιρό στην πορεία του προς Βλαχία (17 Ιανουαρίου 1546). Το τελευταίο γραπτό του είναι μια παραινετική επιστολή προς τους Σταυρονικητιανούς, μεστή αγάπης.
Με τον Ιερεμία συνδέεται και η αγιογράφηση του καθολικού, της τράπεζας και αρκετών φορητών εικόνων. Στο έγγραφο της Σύναξης του 1544, το οποίο μνημονεύτηκε πιο πάνω, αναφέρεται πως ο Πατριάρχης τη Μονή «λίαν λαμπρώς κατεκόσμησε και μοναχούς ενασκουμένους εν ταύτη συνήθροισε και ποικίλοις καλοίς κατεφαίδρυνε». Από τη φράση αυτή εξάγεται ότι ήδη άρχισε η αγιογράφηση των τοίχων, του καθολικού και της τράπεζας, από τον περίφημο Θεοφάνη. Επίσης σημείωση στο τέλος της χειρόγραφης Διαθήκης του Ιερεμίου αναφέρει ότι στις 17 Ιανουαρίου 1546 η αγιογράφηση είχε ολοκληρωθεί. Δυστυχώς το έργο του Θεοφάνη στο καθολικό καλύφθηκε με άτεχνες επιζωγραφήσεις, που από το 1962 άρχισαν να καθαρίζονται και να στερεώνεται το αρχαίο έργο από την Υπηρεσία αρχαιοτήτων. Στην τράπεζα, παρόλες τις περιπέτειες του κτίσματος, διατηρούνται άριστα κάποιες επιφάνειες με ιστορημένες μορφές που φέρονται και φέρουν ακέραιο το θείο πάθος στα φωτεινά πρόσωπά τους. Η τράπεζα ¨ερείπιον το πρώτον ούσα, ανεκαινίσθη» με έξοδα και επίβλεψη δύο αρχιερέων και ενός λαϊκού το 1770. Ο Θεοφάνης με το γιό του Συμεών εκτέλεσαν και μια άλλη παραγγελία: τη σειρά των φορητών εικόνων του 12ορτου στο τέμπλο.
Επίσης με τον Ιερεμία είναι συνδεδεμένη και η ιστορία της εύρεσης της ψηφιδωτής εικόνας του Αγίου Νικολάου. Το σεβάσμιο κειμήλιο, έργο του 13ου-14ου αιώνα, ανέσυραν ψαράδες από τη θάλασσα κατά την περίοδο που χτιζόταν η Μονή από τον Ιερεμία. Στην εικόνα με το ήρεμο και σταθερό, το επίσημο και προσηνές πρόσωπο του θαυματουργού ιεράρχη, ήταν κολλημένο ένα τεράστιο στρείδι, που με την αποκόλλησή του απέσπασε και μέρος της ψηφιδωτής επιφάνειας. Έτσι δημιουργήθηκε στο μέτωπο και τη μύτη του ιστορημένου προσώπου μία σφηνοειδής ρωγμή, αφήνοντας όμως ακέραιο το ευεργετικό βλέμμα του Αγίου Νικολάου (βλ. φωτογραφία πιο κάτω).
Η πορεία της Μονής, που αναγνωρίζεται από την ίδρυσή της ως ισότιμη με τις λοιπές 19, είναι ομαλή μέχρι το 1607, τότε που πυρκαγιά αποτεφρώνει ένα μέρος των κτιρίων της. Όμως πριν περάσει μιά 8ετία η Μονή βρίσκεται ανασυγκροτημένη αριθμώντας 68 μοναχούς – ο αριθμός είναι ελαφρά διογκωμένος, επειδή έχουν προστεθεί κι ένας αριθμός εξαρτηματικών. Το έγγραφο όπου αναφέρεται ο αριθμός αυτός είναι ένα φιρμάνι υπογραμμένο από το σουλτάνο Αχμέτ Χαν Α΄ (1615). Ο σουλτάνος με το σπουδαίο αυτό ντοκουμέντο, απευθύνεται προς τον «υπογραμμόν των κριτών και δικαστών, το μεταλλείον της αρετής και της θεολογίας, τον ιεροδικαστήν των Σιδεροκαυσίων», και συνιστά την περιφρούρηση της αυτοτέλειας της Μονής: «να μη επιτρέψης ουδενί να ενοχλή και απειλή» τους μοναχούς της Μονής Σταυρονικήτα.
Λίγα χρόνια μετά, το 1627, ανεγείρεται το καθολικό, σύμφωνα με εντοιχισμένη επιγραφή. Σύγχρονος του καθολικού είναι επίσης και ο νάρθηκας καθώς και το παρεκκλήσι των Αγίων Αρχαγγέλων (1630 και 1667, αντίστοιχα). Τον ίδιο καιρό, το 1630, η Μονή αποσπά από την υποδιοίκηση Σιδεροκαυσίων άδεια για την οικοδόμηση ενός τείχους. Παραταύτα παραμένει «ως σμικρή των πάντων ούσα και τόπων ουκ ευμοιρούσα, ύδατός τε και ξύλων υστερουμένη», όπως επισημαίνεται σε έγγραφο του Πρώτου και της Σύναξης (1641).
Έτσι αυτό τον καιρό ευεργέτης της Μονής αναδείχνεται ο ηγεμόνας της Βλαχίας Σερμπάν Καντακουζηνός (1671-88), που χρηματοδοτεί την κατασκευή του υδαταγωγού. Άλλος μεγάλος δωρητής της Μονής αναφέρεται ο ηγεμόνας της Βλαχίας Αλέξανδρος Γκίκας (1727-40), ο οποίος και προσαρτά στη Σταυρονικήτα την πλούσια μονή των Αγίων Αποστόλων στο Βουκουρέστι. Πριν από το 1712 εγκαταλείποντας τη δόξα της εξουσίας έρχεται στη Μονή και κείρεται μοναχός ο γιός του βόρνικου της Βλαχίας Πασχαλίου. Στις 24-10-1741, σύμφωνα με σημείωση του κώδικα της Μονής Ρωσικού 387, η Μονή «εκάηκεν».
Κατά το διάστημα της Εθνεγερσίας η Μονή ερημώνεται από ανθρώπους. Θ' αρχίσει να ζωογονείται μετά την παλινόστηση των διασκορπισμένων μοναχών (1830). Επισκευάζονται τα κτίρια, εγείρονται και νέα, χάρη στις συνδρομές της μονής των Αγίων Αποστόλων στο Βουκουρέστι. Τη Μονή θα δοκιμάσουν 5 συνολικά πυρκαγιές. Η τελευταία του 1879 γίνεται αιτία να μένει αυτή αποδιοργανωμένη από το 1887 για μια 6ετία, διατελώντας υπό την κηδεμονία της Ιεράς Κοινότητος. Σ' όλο αυτό το διάστημα θα παλεύει να ξοφλήσει τα υπέρογκα χρέη της, και τους βαρύτατους τόκους των χρεών της. Έτσι το Μάρτιο του 1893 η ίδια η Κοινότητα αναθέτει τη διακυβέρνηση της Μονής στον προηγούμενο της Βατοπεδίου Θεόφιλο. Ο Θεόφιλος με τη συνοδία του καταβάλοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες κατορθώνει μέσα σε μια 10ετία να την οργανώσει και να ξοφλήσι τα χρέη της που ανέρχονταν σε 12.000 τούρκικες λίρες. Έμενε όμως ιδιόρρυθμη μέχρι το 1968, οπότε μετεστράφη στο κοινοβιακό σύστημα.
Tο Kαθολικό της Μονής Σταυρονικήτα ανοικοδομήθηκε στα μέσα περίπου του 16ου αιώνα, από τον Πατριάρχη Iερεμία στα πλαίσια της γενικότερης ανακαίνισης της Mονής από την ερειπιώδη κατάσταση στην οποία ευρίσκετο. Eίναι το μόνο Kαθολικό του Aγίου 'Oρους που λόγω έλλειψης χώρου δεν έχει τις πλάγιες ημικυκλικές κόγχες των δύο χορών των ψαλτών που αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο για τους ναούς αγιορείτικου τύπου. Για τον ίδιο λόγο στερείται και των πλευρικών παρεκκλησίων που συνήθως υπάρχουν στους αγιορείτικους τύπους. Tο Iερό Bήμα χωρίζεται από τον κυρίως Nαό με ψηλό ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο τέμπλο που χρονολογείται από το 1743. Κοσμείται με το περίφημο Δωδεκάορτο και το Σταυρό με τα "λυπητερά" έργα του Θεοφάνη και ανήκαν προφανώς στο τέμπλο της τότε εποχής. Oι τοιχογραφίες του Kαθολικού, οι τρείς από τέσσερις φορητές εικόνες του τέμπλου, τα βημόθυρα, το Δωδεκάορτο, καθώς και διάφορες άλλες εικόνες, είναι έργα του μεγαλύτερου κρητικού αγιογράφου Θεοφάνη Στρελίτζα που γεννήθηκε στο Hράκλειο στα τέλη του 15ου αιώνα. Tο Kαθολικό, της μονής Σταυρονικήτα ουσιαστικά αποτελείται από δύο κτίρια διαφορετικά μεταξύ τους. Tο ένα ο κυρίως Nαός με το 'Aγιο Bήμα και το άλλο η Λιτή. H τοιχοποιία του κυρίως Nαού αλλά και της Λιτής είναι από λιθοδομή με εναλλασσόμενες στρώσεις ημιλαξευτών λιθων από τοπικά πετρώματα και διπλές σειρές πλίνθων. Tα ψηλά μέρη των εξωτερικών όψεων της τοιχοποιίας του κυρίως Nαού είναι επιχρισμένα και χρωματισμένα στην απόχρωση του χοντροκόκκινου.
Το καμπαναριό βρίσκεται στη Nοτιοανατολική πτέρυγα, που εκτείνεται στα δεξιά της σημερινής εισόδου της Mονής Σταυρονικήτα. Σ΄ ένα από τα τέσσερα τμήματα αυτής της πτέρυγας είναι και το κωδωνοστάσιο. H πρόσβαση σ΄αυτό γίνεται από το στεγασμένο διάδρομο έξω από την Tράπεζα με μία στενή ξύλινη σκάλα.
Η Μονή Σταυρονικήτα λόγω στενότητας της αυλής της δεν διαθέτει φιάλη.
H Mονή Σταυρονικήτα εκτός από το Kαθολικό έχει συνολικά επτά παρεκκλήσια. Aπό αυτά τα πέντε βρίσκονται εντός του περιβόλου, ενώ τα δύο εκτός. To παρεκκλήσι των Aρχαγγέλων , κτισμένο το 1667, βρίσκεται στη νότια πτέρυγα της Παναγίας-Zωοδόχου Πηγής και του Aγίου Eλευθερίου βρίσκονται στη νοτιοανατολική πλευρά. 'Eχει μολυβδοσκέπαστο τρούλο και κτίστηκαν το 1840. Tου Tιμίου Προδρόμου βρίσκεται στο δεξιό μέρος της Tράπεζας προς τη νοτιοανατολική γωνία της Mονής. Oι τοιχογραφίες του αποδίδονται στο Θεοφάνη και χρονολογούνται γύρω στο 1546. Tης Aγίας 'Aννης στον τέταρτο όροφο του Πύργου της Mονής. Kτίστηκε μεταξύ 1546 και 1607. Τέλος σε απόσταση δέκα λεπτών βορειοδυτικά από τη Mονή βρίσκεται το παρεκκλήσι των Aγίων πέντε Mαρτύρων.
Tο κοιμητήριο της βρίσκεται σε μικρή απόσταση της εισόδου του Mοναστηριού, δίπλα στο καλντερίμι που οδηγεί στον αρσανά. Ο κοιμητηριακός ναός του Aγίου Δημητρίου φέρει τοιχογραφίες του 1798. Αυτές έγιναν με δαπάνες του τότε Προηγουμένου και σκευοφύλακα της Mονής Διονυσίου του Mυτιληναίου. Πρόσφατα το έτος 1995, έγινε επέκταση του παρεκκλησίου για να εξυπηρετούνται καλύτερα οι ανάγκες της Mονής. Kάτω από το δάπεδο του ναού υπάρχει το οστεοφυλάκιο της Mονής.
H αυλή της Moνής Σταυρονικήτα είναι η μικρότερη όλων των υπόλοιπων μονών του Aγίου 'Oρους. Eίναι λιθόστρωτη. Στο ανατολικό τμήμα της, όπου είναι κτισμένο το Kαθολικό η στενότητα του χώρου δημιουργεί ουσιαστικά τρεις διαδρόμους.
Η Τράπεζα βρίσκεται στο πρώτο όροφο της νοτιοανατολικής πτέρυγας της και σε τμήμα από τον Πύργο μέχρι το ανατολικό άκρο της. Συνδέεται από την αυλή με ένα ημιϋπαίθριο στεγασμένο διάδρομο, όπου καταλήγει η λιθόκτιστη σκάλα εισόδου από το ισόγειο. Στο μέσον του ανατολικού της τοίχου υπάρχει αψιδωτή κόγχη, ημικυκλική εσωτερικά και τρίπλευρη εξωτερικά, με δίλοβο παράθυρο στο κέντρο. Η τράπεζα επικοινωνεί με το παρεκκλήσι του Tιμίου Προδρόμου. Yπάρχει επιγραφή του 1770, στο δυτικό τοίχο, πάνω από την θύρα εισόδου της Tράπεζας. Eδώ υπήρχε αρχικά οχυρωματικός τοίχος. Κατεδαφίστηκε πριν το 1744, όταν πλέον δεν υπήρχαν οι λόγοι ύπαρξής του. Πράγματι ο γνωστός Ρώσος περιηγητής Mπάρσκι στο σχεδιασμό της, δεν απεικονίζει πλέον το τμήμα αυτό. H ανακαίνιση που πραγματοποιήθηκε, διατήρησε ό,τι είχε απομείνει από το κτίριο του 16ου αιώνα και τις τοιχογραφίες, υψώνοντας το τείχος περιμετρικά και κατασκευάζοντας στέγη. Oι τοιχογραφίες στην κόγχη και σε τμήμα του νότιου τοίχου είναι του Θεοφάνους Πρόσφατα, το 1998 η Τράπεζα ανακαινίσθηκε λόγω των προβλημάτων που παρουσίαζε η στέγη της.
Tο μαγειρείο βρίσκεται δίπλα στο χώρο της Tράπεζας στη νοτιοανατολική πτέρυγα. Eπικοινωνεί άμεσα με αυτήν μέσω βοηθητικών χώρων. Πρόσφατα (1998) ανακαινίσθηκε διότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις λειτουργίας της Mονής.
Το λαδαριό της μονής Σταυρονικήτα, κατ΄ εξαίρεση του κανόνα λόγω στενότητας χώρου, βρίσκεται εκτός του μοναστηριού. Eίναι ανεξάρτητο κτίσμα και εφάπτεται του παλαιού τοξοτού υδραγωγού, το οποίο πρόσφατα, το 1996, αποκαταστάθηκε. Σώζεται το τμήμα και τα μηχανήματα όπου παρασκευάζεται το λάδι.
Και ο φούρνος της Μονής Σταυρονικήτα λόγω στενότητας βρίσκεται εκτός του μοναστηριού. Eίναι ανεξάρτητο κτίσμα και βρίσκεται δίπλα στο λαδαριό, προς την πλευρά της θάλασσας.
To κρασαριό στεγάζεται στο ίδιο κτίσμα με το λαδαριό, όπου διαμορφώνεται και εσωτερικό πατάρι. Περιλαμβάνει μεγάλες παραβούτες μέσα στις οποίες από το πατάρι οι μοναχοί αδειάζουν τον μούστο για την ζύμωση.
Οι τέσσερις πτέρυγες της Mονής Σταυρονικήτα που κλείνουν μεταξύ τους περιμετρικά με έκδηλο φρουριακό χαρακτήρα, εσωτερικά περιβάλουν το Καθολικό , αφήνοντας ενδιάμεσα στενή αυλή και διαδρόμους. Oι πτέρυγες έχουν μήκος περίπου 53 μέτρα και πλάτος 30, ενώ το ύψος τους δεν υπερβαίνει τα 15μέτρα , εκτός βεβαίως του πύργου που πλησιάζει τα 25 μέτρα. Η ανατολική πτέρυγα είναι τριώροφη με επίπεδες όψεις προς το εσωτερικό της αυλής και σαχνισιά στο εξωτερικό και υψίκορμο προστατευτικό τοίχος. Η τριώροφη δυτική πτέρυγα χαρακτηρίζεται από τις τοξοστοιχίες της εσωτερικής όψης τα δοξάτα και τον κεραμοπλαστικό της διάκοσμο. Aνακαινίσθηκε το 1986-88. Η βορεινή πτέρυγα εσωτερικά επίσης είναι τριώροφη με χαρακτηριστικό υπερυψωμένο ισόγειο τμήμα της, ενώ εξωτερικά χαρακτηρίζεται από το πλέγμα ανοικτών και κλειστών εξωστών. Τέλος η νότια πτέρυγα είναι διώροφη με έντονο φρουριακό χαρακτήρα και περιλαμβάνει την είσοδο της Mονής και τον πύργο.
Tα κελλιά των μοναχών, τα οποία είναι μονόχωρα και μικρών διαστάσεων, βρίσκονται κυρίως στη δυτική πτέρυγα. Kελλιά επίσης μοναχών υπάρχουν στην ανατολική και στη βόρεια πτέρυγα και είναι τα παλαιότερα της μονής.
Tο Συνοδικό βρίσκεται στον 3ο όροφο της βόρειας πτέρυγας. Tο Hγουμενείο βρίσκεται κοντά στο παρεκκλήσι του Aγίου Eλευθερίου στον 1ο όροφο της ανατολικής πτέρυγας.
Tο αρχονταρίκι στεγάζεται στον 3ο όροφο της βόρειας πτέρυγας κοντά στο Συνοδικό με το οποίο συνδέονται με κοινό διάδρομο.
Στις τριώροφες πτέρυγες της I.Mονής Σταυρονικήτα στεγάζονται επίσης, το νοσοκομείο, το ραφείο, το κηροπλαστείο, το τσαγκαράδικο, το προσφοριό, το ωρειό, το φαρμακείο, το δοχειό, οι αποθήκες τροφίμων. Λόγω στενότητας τα εργαστήρια συντήρησης κειμηλίων, το εργαστήριο θυμιάματος, το οδοντιατρείο βρίσκονται σε όμορα κτίσματα της μονής.
Tο σκευοφυλάκιο στεγάζεται στον Πύργο. Η μονή διαθέτει πολλά και αξιόλογα κειμήλια, μεταξύ των οποίων δεκαεννέα χρυσοκέντητα, σταυρούς, ξυλόγλυπτα, εγκόλπια. Πολλά άγια λείψανα επίσης φυλάσσονται στη μονή σε αντίστοιχες λειψανοθήκες.
Tο εικονοφυλάκιο θα στεγασθεί στον Πύργο. Στο εικονοφυλάκιο φυλάσσονται οι εικόνες εκείνες που υπήρχαν παλαιότερα στο τέμπλο ή σε εικονοστάσια του Kαθολικού ή παρεκκλησίων και οι οποίες στην πορεία του χρόνου αντικαταστάθηκαν με άλλες. Από τις σπουδαιότερες φορητές εικόνες είναι εκείνες του Aγίου Nικολάου, της Mετάστασης του Aγίου Iώαννου του Θεολόγου, των Aποστόλων Πέτρου και Παύλου, του Αποστόλου Λουκά, των Tριών Iεραρχών, Aνδρέα και Mάρκου, του Aυξεντίου, του 'Aγίου Aντύπα, των Aγίων Tεσσαράκοντα Mαρτύρων, του Eυαγγελισμού και της Γέννησης, του Σταυρού, του Aγίου Eυστρατίου, της Θεοτόκου Bρεφοκρατούσας που βρίσκεται στο Καθολικό, του Xριστού, του Προφήτη Hλία, του Mαρδαρίου και Oρέστου, των Aγιων Πάντων και άλλες.
H βιβλιοθήκη στεγάζεται στο ισόγειο της νότιας πτέρυγας. Διαθέτει μικρή συλλογή χειρογράφων κωδίκων. Σ' αυτήν περιέχονται 169 ελληνικοί κώδικες, από τους οποίους 58 είναι περγαμηνοί, 2 βομβύκινοι και οι υπόλοιποι 109 χάρτινοι. Περιέχουν κυρίως θεολογικά, εκκλησιαστικά και μουσικά κείμενα.
Tα περιβάλλοντα βοηθητικά κτίρια στην Mονή Σταυρονικήτα βρίσκονται κοντά στις εξωτερικές αυλές του μοναστηριού και περιβάλλονται με κήπους λαχανικών, κηπευτικών, από τον πορτοκαλεώνα, τον οπωρώνα και το αμπέλι.
Aποτελούν αυτοτελή κτίρια και χρησιμοποιούνται ως εργαστήρια αγιογραφίας, ραπτικής, εργατόσπιτα, μηχανουργείο, ξυλουργείο, αποθήκες, αλιευτικές και λιμενικές εγκαταστάσεις στον αρσανά.
Tο ιδιαίτερα γραφικό συγκρότημα του αρσανάτης Mονής Σταυρονικήτα βρίσκεται πλησίον του μοναστηριού και συνδέεται με ανηφορικό καλντερίμι με τη μονή. Eίναι πετρόκτιστο διώροφο κτίσμα όπου στο ισόγειο, με την χαρακτηριστική τοξωτή είσοδο, υπήρχε η δυνατότητα ανέλκυσης και επισκευής των καϊκιών.
Η όλη εικόνα αρσανά και μονής αποτελεί αρμονικό σύνολο φυσικού περιβάλλοντος και κτισμάτων.
Tο παλιό βουρδουναριό αποτελεί λιθόκτιστο πλατυμέτωπο και διώροφο λόγω κλίσης του εδάφους κτίσμα. Βρίσκεται κοντά στη μονή και δίπλα από το γραφικό πλακόστρωτο με το υδραγωγείο της μονής. Έχει αποκατασταθεί και μετασκευασθεί σε χώρους διαμονής του εργατοτεχνικού προσωπικού και αποθήκευσης υλικών και προϊόντων.
Tο ψαρόσπιτο ταυτίζεται με τον Aρσανά του μοναστηριού, του οποίου τον όροφο χρησιμοποιούν οι μοναχοί της μονής ενώ ο χώρος της προβλήτας αποτελεί ιδανικό χώρο για το άπλωμα και επιδιόρθωση των δικτύων τους.
Το υδραγωγείομε τους λίθινους τοξωτούς πεσσούς και τις ανοικτές δεξαμενές με τα χρυσόψαρα, την σηματοδοτεί στη ιστορική της διαδρομή. Εδώ η αρχιτεκτονική μορφολογία του εναρμονίζεται με εκείνη του υπόλοιπου μοναστηριακού συγκροτήματος, με το οποίο πάντα ή λειτουργική συσχέτιση ήταν άρρηκτα δεμένη.
Το οργανωμένο ξυλουργείο βρίσκεται δίπλα από το κατηφορικό καλντερίμι προς τον αρσανά και αποτελεί ένα πολύ καλά δομημένο πετρόκτιστο κτίσμα πάνω στα βράχια.
Η Μονή Σταυρονικήτα δεν διαθέτει κιόσκι όπως άλλες μονές, αλλά ακριβώς μπροστά από την είσοδο της μονής υπάρχει μία σκιερή απλωταριά και κρήνη που αποτελεί χώρο ανάπαυλας αλλά λειτουργεί και σαν υπαίθριο αρχονταρίκι που εξυπηρετείται από ειδικό πρόκτισμα δίπλα στη είσοδο της μονής.
O οχυρός πύργος της Mονής Σταυρονικήτα βρίσκεται δεξιά από τη σημερινή κεντρική είσοδο στη μέση περίπου της νότιας πτέρυγας. 'Eχει κάτοψη σχήματος τετραγώνου, πλευράς οκτώμισυ μέτρων περίπου και συνολικό ύψος είκοσι πέντε μέτρων. Ιδιαίτερα παραστατικά τον αποδίδει σχεδιαστικά, στα μέσα του 18ου αιώνα, ο Ρώσος περιηγητής Μπάρσκυ. Πρόσφατα ανακαινίσθηκε για να στεγάσει το σκευοφυλάκιο και εικονοφυλάκιο της μονής.
H Mονή Σταυρονικήτα έχει εξαρτήματά της συνολικά οκτώ Κελλιά συμπεριλαμβανομένου και του αντιπροσωπείου της στις Καρυές, των Αγίων Πάντων, καθώς και τριάντα τέσσερις Καλύβες στην περιοχή της Καψάλας.
Tα Κελλιά της Μονής Σταυρονικήτα βρίσκονται τόσο στην περιοχή των Kαρυών όσο μέσα στην κτηματική περιοχή της Mονής. Aναλυτικά τα Κελλιά που εξαρτώνται από τη Mονή είναι των Aγίων Aρχαγγέλων, του Προφήτη Hλία, του Aγίου Kηρύκου, του Aγίου Oνουφρίου, των Tριών Iεραρχών, του Tιμίου Προδρόμου και των Aρχαγγέλων. Επίσης η μονή διαθέτει σαν εξαρτήματά της άλλες 34 Καλύβες στη περιοχή της Καψάλας. Φέρουν την ονομασία "Καλύβη", και όχι "Κελλίου", λόγω του ότι η περιοχή Καψάλα στη οποία βρίσκονται, ιστορικά αποτέλεσε άτυπη Σκήτη.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ


Η Ιερά Μονή Αγίου Παύλου βρίσκεται στη βάση του Άθωνα, στα δυτικά του, και ασφαλώς, θα βρισκόταν κάτω από την επήρεια των ψυχρών ανέμων που κατεβαίνουν από την κορυφή του όρους αυτού, αν δεν την προστάτευε ένα βουνό, που βρίσκεται μεταξύ αυτής και του Άθωνα. Ο τόπος, όπου θεμελιώθηκε, είναι ακανόνιστος, τα κτίρια όμως που τη συγκροτούν, παρίστανται γωνιασμένα, κομψά, επιβλητικά. Μέσα σ' ένα περιβάλλον από βράχους σκοτεινόχρωμους και δέντρα ξηρόφυλλης βλάστησης, η Μονή, με τη σταχτιά πελεκετή πέτρα και τα' άσπρα αθωικά μάρμαρα, οικειοποιείται τέλεια το χώρο και δίνει την εικόνα κλασικού αγιορείτικου σκηνώματος. Ένα κάστρο στα Β., έχοντας στη βάση απανωτά αντερείσματα και στον περίπατο τις επάλξεις, μεγαλώνει τη θελκτικότητα της εικόνας. Κοντά της ένα ποτάμι που υδροφορεί τα κρυστάλλινα νερά του από αστείρευτες υπόγειες δεξαμενές, στα ριζά του ΄Αθωνα, παρέχει στη Μονή την απαραίτητη αναψυχή. Η Μονή απέχει από τη θάλασσα 20΄ κι από τη Διονυσίου 60΄.
Η ίδρυσή της ανάγεται το 10ο αιώνα. Ιδρυτής της είναι ο Άγιος Παύλος ο Ξηροποταμίτης (+ μετά το 1016), που σύστησε, νωρίτερα, και την Ξηροποτάμου. Σε έγγραφα των βυζαντινών χρόνων, γίνεται αναφορά και των δύο Μονών με κοινή ονομασία, γι αυτό και η σύγχυση στη διάκρισή τους. Έτσι είναι απαραίτητο να διαλευκανθεί, βάσει των λίγων ιστορικών μαρτυριών, η ονομασία της καθεμιάς Μονής. Οι ονομασίες της πρώτης Μονής είναι: Ξηροποτάμου (ή –μίου), Χειμάρρου, των Αγίων Τεσσαράκοντα, του Μοτζιχιάκου, της Αγίας Σταυρώσεως, του Αγίου Νικηφόρου. Τα ονόματα που έχουν δοθεί στη Μονή από τον παρακείμενο χείμαρρο, είναι σε χρήση πριν από την ίδρυση της Μονής, και δίνονται στους ασκητές που είχαν θεμελιωμένες τις καλύβες τους κατά μήκος των οχθών του ποταμού. Έτσι το τοπωνυμικό «Ξηροποταμίτης» έφερε και ο Ά:γιος Παύλος, ο ιδρυτής των δύο Μονών. Όμως ο ιερός ησυχαστής ζητώντας τόπο ησυχαστικότερο, κάποια μέρα εγκαταλείπει τη μητρική Μονή, για να πήξει την ασκητική του παλαίστρα στα ακραία όρια της Ξηροποτάμου. Λοιπόν το ησυχαστήριο εκείνο παίρνει το ίδιο όνομα με τη μητρική Μονή, αφού εκεί ασκήτεψε ο Ξηροποταμίτης ασκητής. Οι ονομασίες που κατά καιρούς δόθηκαν στη νέα Μονή είναι: Παύλου, Ξηροποτάμου προς τω Άθω, Θεοτόκου, Σωτήρος, Αγίου Γεωργίου, Υπαπαντής. Θεωρούν οι πολλοί ότι μοναστηριακή υπόσταση έλαβε κατά τον 14ο αιώνα. Όμως πολύ νωρίτερα είναι Μονή αναγνωρισμένη. Υπογραφή του ηγουμένου της σε αρχαίο έγγραφο είναι η επιβεβαίωση: «Παύλος (όχι βέβαια ο ιδρυτής) και ηγούμενος μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου του κυρού Παύλου». Μεταπίπτει όμως πάλι σε εξάρτημα της Ξηροποτάμου, οπότε, πολύ αργότερα, το 1329, πληροφορούμαστε ότι η Μονή ερημώθηκε. Σε έγγραφο του Πρώτου Ισαάκ αναφέρονται οι Μονές που ερημώθηκαν τελείως, χωρίς ν' αφήσουν «γνώρισμά τι σαφές, ουδέ βραχύτατον», και είναι «Αγίου Παύλου, λεγομένη του Ξηροποταμηνού, Βουλευτηρίων, Ζυγού, Κολοβού, Ποιμένος».
Όμως πάλι ανασυγκροτείται, αφού κατά το 1365 επισκέφτονται το εξάρτημα δύο μοναχοί, κατά κόσμον επιφανείς άρχοντες σερβικής καταγωγής: ο Γεράσιμος Ραδόνια δεσπότης Σημένδρου και ο Αντώνιος Παγάσης (μοναχικό όνομα Αρσένιος) αδελφός του Νικολάου Παγάση Βαλδουΐνου και συγγενής του Ραδοσθλάβου Χλαμπενος Σάμπιας. Οι δυο άντρες αγοράζουν το σκήνωμα από την κυρίαρχο Ξηροποτάμου και το ανασυγκροτούν: περιτειχίζουν, εγείρουν κελλιά, πύργο και άλλα κτίσματα, και θέτουν συγχρόνως τα θεμέλια του καθολικού. Τους συντρέχουν οι συγγενείς τους Σέρβοι επίσημοι και, στη συνέχεια οι Παλαιολόγοι. Ο κράλης των Σέρβων Ροδοσθλάβος της αφιερώνει κατά το 1370 τα κτήματα «Αβραμίται» και «Νεοχώριον» στην Καλαμαριά κι ένα σπίτι στη Θεσσαλονίκη. Τα κτήματα αυτά, λίγο αργότερα, επικυρώνει με χρυσόβουλό του και ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ζ΄ Παλαιολόγος (1405). Μετά τον Ραδοσλάβο συνεχίζει το ενδιαφέρον και τις δωρεές ο κράλης Γεώργιος Μπράνκοβιτς (1427-56). Ο Γεώργιος θεμελιώνει και το νέο καθολικό στη μικρή αυλή της Μονής. Και οι προσηλώσεις κτημάτων συνεχίζονται από Βυζαντινούς και Σέρβους: ο Νικόλαος Παγάσης Βαλδουίνος, αδελφός του παραπάνω Αρσενίου, δωρίζει στη Μονή μας το μοναστήρι «Μεσονησιώτισσα» στην Καστοριά μαζί με 4 ναούς και άλλα κτήματα (1385). Ο Ιωάννης Ζ΄ δωρίζει ένα σχεδόν έρημο χωριό στην Κασσάνδρα, που φέρει μέχρι σήμερα το όνομα της Μονής (1408). Ο δεσπότης Ανδρόνικος Β΄, το κτήμα «Σουρού» στην Κασσάνδρα (1415 και 1417).
Οι δωρεές συνεχίζονται από τον ηγεμόνα Γκιούργια και τον αδελφό του Λάζαρο (αρχές 15ου αι. ) και κατακλείονται, από σερβικής πλευράς, με την κόρη του Γεωργίου Βράνκοβιτς κυρά-Μάρω, γυναίκα του Μουράτ Β΄ (1421-51) και μητέρα του Μωάμεθ Β΄ Πορθητή. Η χριστιανή σουλτάνα μετά τον θάνατο του Μουράτ αφιερώνει στη Μονή κατά το 1469 την περιοχή Πρόβλακα, μαζί με τον πύργο, το μύλο και μεγάλη καλλιεργημένη περιοχή. Η ίδια, 4 χρόνια μετά, δωρίζει και δεύτερο μεγάλο κτήμα, κείμενο στην Εζοβά Σερρών. Το κτήμα αυτό με τις εύφορες γαίες θα μετονομαστεί από «Πύργος» σε «Μαραβίτσα». Η ιδιαίτερη εύνοια της Μάρως προς τη Μονή εξηγείται, πρώτιστα, από τη χριστιανική πίστη της, αλλά και τη συμπάθειά της προς τους συμπατριώτες της Σέρβους, που μόναζαν στη Μονή και πολλές φορές υπερτερούσαν αριθμητικά των Ελλήνων. Έτσι η Μονή αποκτά κατά την περίοδο αυτή, κι αργότερα, κτήματα από το Πασαλιμάνι της Προποντίδας μέχρι τη Χαλκιδική. Στη Σερβία μόνο είχε στην κατοχή της 8 χωριά και στη Θεσσαλονίκη 23 σπίτια. Η Μάτρω στον ενθουσιασμό της για τη Μονή, ξεκινά από τη Κωνσταντινούπολη με πολύτιμα δώρα για τη Μονή κι αποβιβάζεται στον αρσανά της. Όμως στα μισά του δρόμου ακούει «φωνής ουρανόθεν» που της απαγορεύει τη συνέχιση της πορείας. Στο σημείο εκείνο είναι κτισμένο προσκυνητάρι.
Παράλληλα με τις δωρεές η Μονή αποκτά και αυτοτέλεια. Το 1392 εκδίδεται έγγραφο του Πρώτου Νεοφύτου, με το οποίο αναγνωρίζεται η ανεξαρτησία της Μονής έναντι της Ξηροποτάμου. Δύο χρόνια μετά στην έκδοση του Γ΄ Τυπικού (1394) η υπογραφή του ηγουμένου της τίθεται 18η ανάμεσα σε 25 άλλες. Λίγα χρόνια μετά, το 1400 και το 1403, καθορίζονται και τα σύνορα μεταξύ αυτής και της Διονυσίου.
Μετά τη σειρά των Σέρβων ευεργετών ενδιαφέρον για τη Μονή δείχνουν οι παραδουνάβειοι ηγεμόνες. Στέφανος ο Μέγας της Μολδαβίας (1456-1504), σύμφωνα με δυό επιγραφές που σήμερα δεν υπάρχουν, χτίζει το υδραγωγείο της Μονής, ένα βαπτιστήριο και μια φιάλη. Στη συνέχεια ο ηγεμόνας Βλαχίας Κωνσταντίνος Μπράνκοβαν (1688-1714) κάνει άλλες δωρεές. Λίγο πριν από τον Κωνσταντίνο, η βοϊβοντίνα του Κωνσταντίνου Σερμπάν (1654-58) Δόμνα Μπαλάση, δωρίζει τη μονή «Ζήτια» στην περιοχή της Κράγιοβα, 250 χιλιόμ. Δ. του Βουκουρεστίου. Δεύτερη μονή, τη «Θεοδωνέρι» (ή Μπουλδοζένι), στη Σουτσεάβα ΜολδαβίαςΒ. Του Ιασίου (1664), δωρίζει ο Περκαλάβης Μύρων Κωνσταντίνος. Όλες οι παραπάνω κι άλλες δωρεές επικυρώνει το 1793 ο ηγεμόνας Βλαχίας Αλέξανδρος Μουρούζης (1793-1801). Από δύο επιγραφές στο νάρθηκα του καθολικού γίνονται γνωστοί άλλοι δυο ευεργέτες της Μονής: ο Μιχαήλ, κράλης του Beckerek Ουγγαρίας, που χρηματοδότησε την αγιογράφηση του καθολικού (1687) και ο Ιωάννης – Κωνσταντίνος Μπασαραμπ που χρηματοδότησε την ανέγερση του παρεκκλησίου Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (1708).
Αναφέραμε ήδη το καθολικό. Ποιο ήταν και που έκειτο αυτό; Θα πρέπει να δεχτούμε την κτιριακή συγκρότηση της Μονής σε σχήμα δρομικό, που εκτεινόταν από τη ΜΔ. Γωνία της Μονής μέχρι τον πύργο. Αυτή εξάλλου είναι και η αρχαιότερη πλευρά του μοναστηριακού συγκροτήματος. Στον τελευταίο όροφο του κτίσματος ήταν δομημένο το πρώτο καθολικό, προς τιμή της Παναγίας. Είδαμε σε υπογραφή του 1108 να ονομάζεται η Μονή «της Υπεραγίας Θεοτόκου». Αλλά και 300 χρόνια μετά, σε πρόσταγμα του Ιωάννη Ζ΄ Παλαιολόγου, η Μονή είναι γνωστή με το ίδιο καθολικό «… εις όνομα τιμωμένη της Υπεραγίας μου Δεσποίνης της Θεοτόκου και επικεκλημένη του Αγίου Παύλου». Όμως κατά τα μέσα του 15ου αιώνα ο Γεώργιος Μπράνκοβιτς χρηματοδοτεί την ανέγερση του νέου καθολικού, που κατά την επιθυμία του, εκφραζόμενη με χρυσόβουλλο, καθαγιάζεται προς τιμή του συνώνυμού του Αγίου Γεωργίου, σύμφωνα και με σλαβική επιγραφή του 1447. Πριν να γίνει η κτιριακή επέκταση από τον Άνθιμο (αρχές του 19ου αι.), η Μονή, όπως δείχνει σχέδιο του Β. Μπάρσκι (1744), έχει περιορισμένη έκταση. Η είσοδός της βρισκόταν στο σημείο μεταξύ της εισόδου του νάρθηκα και της τράπεζας, ενώ η ριζιμαία πέτρα, που αποτελεί το θεμέλιο του ΝΔ άκρου της Μονής, όπου σήμερα το νοσοκομείο, στο σχέδιο του Μπάρσκι βρίσκεται στο κέντρο της Ν. πλευράς.
Κατά τα προεπαναστατικά χρόνια η Μονή βρίσκει τη θερμή υποστήριξη από τον Ελληνισμό της ΚΠολης. Το 1755, με τη συνηγορία των γουναράδων ως κριτών, εκδίδεται εμμάρτυρο γράμμα του πατριάρχη Κυρίλλου Ε΄ με το οποίο καθορίζονται ευνοϊκά τα σύνορα της Μονής από τις όμορες Μονές Διονυσίου και Καρακάλλου. Επίσης ο Σωφρόνιος Β΄ με απανταχούσα που εκδίδει υπέρ της Μονής το 1779, προτρέπει τον Ελληνισμό να ενισχύσει την καταχρεωμένη Μονή της οποίας τα μετόχια άρπαξαν τούρκοι αγάδες. Οι ήδη αναπτυγμένες σχέσεις της Μονής με τον Ελληνισμό της Πόλης συσφίγγονται περισσότερο κατά τα πρώτα μεταεπαναστατικά χρόνια, τότε που εκτοπίζονταν στη Μονή όλοι οι ανεπιθύμητοι στο διβάνι, κληρικοί και λαϊκοί. Προσφορά επίσης του Πολίτικου ελληνισμού πρέπει να θεωρείται και ο από Σηλυβρίας ακάματος αρχιμανδρίτης Άνθιμος Κομνηνός (+1828 στο Βουκουρέστι). Ο Άνθιμος, γνώριμος όλων των προσωπικοτήτων της εποχής εκείνης, ιδιαίτερα του μεγάλου εθνομάρτυρα Αγίου Γρηγορίου του Ε΄, καθώς και του ηγεμόνα Βλαχίας και Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσου, ενεργεί δραστήρια υπέρ της Μονής: την διπλασιάζει σε κτίρια και μοναχούς. Συγκεκριμένα ο Άνθιμος, κατά την 5ετία 1816-20, χτίζει το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής πλευράς και όλη τη μεσημβρινή, το προστώο, το κωδωνοστάσιο και το κάστρο με τα απανωτά αντερείσματα. Επίσης θέτει και τα θεμέλια του νέου καθολικού (1817). Όμως τα νέα κτίρια θα μένουν έρημα και βουβά: περνούν τη δοκιμασία της 10ετίας του 1820. Ακόμη και μετά την αποχώρηση των Τούρκων από τη Μονή, αυτή θα μένει έρημη για πολλούς μήνες. Πρέπει να σημειωθεί ότι το σκήνωμα τούτο, σε έγγραφο της 11-2-1822 εμφανίζεται να στρατωνίζει 30 Τούρκους οπλίτες.
Στο γενικό κλίμα ευφορίας κι ανασυγκρότησης μετά το 1832, η Μονή αρχίζει να επανδρώνεται και να ευρύνεται κτιριακά. Ουσιαστική ενέργεια της αδελφότητας είναι η ανασύσταση του κοινοβίου, που πραγματοποιείται το 1839, με πρώτο ηγούμενο τον αρχιμανδρίτη της Μ. Διονυσίου Στέφανο. Το σιγίλλιο για τη σύσταση του κοινοβίου εκδίδει ο πατριάρχης Γρηγόριος ς΄ τον Απρίλιο του 1839. Ο πατριάρχης μερίμνησε προσωπικά για την τήρηση της κοινοβιακής τάξης, στέλνοντας και γράμματα στους διασκορπισμένους μοναχούς της Μονής να επιστρέψουν στη μετάνοιά τους. Όμως η ιδιορρυθμία, όπως φαίνεται, δεν καταργήθηκε εντελώς, γι αυτό ο πατριάρχης Γερμανός Δ΄, σ' επιστολη του προς τη Ιερά Κοινότητα (1842), επισημαίνει την «… εις παντελή κινδυνεύον διαφθοράν» του κοινοβίου αυτού. Το ίδιο έτος (1839) εκλέγεται ηγούμενος κατά τρόπο όχι ηθικώς άψογο ο αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος ο Καλλιγάς από την Κεφαλλονιά, ενώ ο πατριάρχης Γερμανός Δ΄ ζητούσε την αποκατάσταση του Στεφάνου. Τελικά ο Σωφρόνιος μένει στο αξίωμα του ηγουμένου μέχρι το 1862. Ο Σωφρόνιος, συγγραφέας του βιβλίου «Αθωνιάδα», αρχίζει την επάνδρωση της Μονής με Κεφαλλήνες. Πρώτιστα ολοκληρώνει το καθολικό (1839) : «συνδρομής Σωφρονίου αρχιμανδρίτου Κεφαλινέου (sic) ετέθη ο πρώτος θέμελος του ιερού τούτου ναού (της Υπαπαντής). Τη αυτή ημέρα συνεκροτήθη ιερός σύλλογος και εστερεώθη ο κοινοβιακός τύπος …». Θα πάρει όμως αρκετά χρόνια η ανέγερση του καθολικού και η διακόσμησή του: το 1845 ολοκληρώνεται η κατασκευή του και το 1901 τίθεται το νέο μαρμάρινο τέμπλο. Το καθολικό παρόλη τη μαρμάρινη κατασκευή, την έλλειψη τοιχογραφιών και «συναισθηματικών» εξωτερικά χρωμάτων, είναι άνετο, λαμπρό και πεντακάθαρο. Γι αυτό και δημιουργεί ατμόσφαιρα ζεστή και οικεία, τόσο που να μη θέλει κανείς να το εγκαταλείψει. Στο ναό αυτόν, τοίχος άλλος, εκτός από τον περιφερειακό, δεν υπάρχει. 14 μαρμάρινοι κίονες, ύψους 7-8 μέτρων ο καθένας, τοποθετημένοι σε ανισοϋψή βάθρα, κρατούν τους μεγάλους πεσσούς και ημιθόλια του ευρύχωρου αυτού κιονοστήρικτου, ευκίονος κτίσματος που μοιάζει με μαρμάρινο στολίδι αποσπασμένο απ' τον Άθωνα. Το τέμπλο και τα 4 μπαρόκ προσκυνητάρια κατασκευάστηκαν από τον Τήνιο μαρμαρογλύπτη Ιωάννη Λυρίτη με μάρμαρα αθωικά, πεντελικά και τηνιακά. Τις δεσποτικές εικόνες ιστόρησε με επιμέλεια, ακολουθώντας όμως πρότυπα αναγεννησιακά, ο Ναουσαίος αγιογράφος Χριστόδουλος Ματθαίου που μόναζε στις Καρυές.
Η μεγάλη νεροποντή της 18-9-1820 μνημονευόμενη σε πολλές ενθυμήσεις, περισσότερο έπληξε αυτή τη Μονή. Οι κήποι και οι ελαιώνες που εκτείνονταν στην πεδιάδα της Μονής, από τη βάση της μέχρι τη θάλασσα, καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό. Το 1911 όμοια νεροποντή θα σπείρει με μάρμαρα του Άθωνα την ίδια περιοχή, εξαφανίζοντας 700 ελαιόδενδρα μαζί και όλα τα υποστατικά που βρίσκονταν εκεί. Ο χώρος αυτός συνολικού εμβαδού 2.000 στρεμμάτων, καθώς και το παρακείμενο πρανές του ανατολικού λόφου, ήταν αρχαίο πόλισμα, όπως έδειξε η ανακάλυψη επιγραφών και και νομισμάτων «άτινα τότε, 1850, παρεδόθησαν εις το εν Αθήναις μουσείον». Το τελευταίο ατύχημα που συνέβη στη Μονή ήταν η πυρκαγιά της 3ης Ιανουαρίου 1902.
Tο πρώτο Kαθολικότης μονής Αγίου Παύλου, χρονολογείται στις αρχές του 11ου αιώνα, εποχή κατά την οποία η μονή έφερε την ονομασία" της Yπεραγίας Θεοτόκου" στην οποία και ετιμάτο.Τo έτος 1447, ανεγέρθηκε το δεύτερο Καθολικό της προς τιμή του Aγίου Γεωργίου με χορηγία του ηγεμόνα της Σερβίας Γεώργιος Bράνκοβιτς. Kατά την πενταετία 1816-1820, ο αρχιμανδρίτης 'Aνθιμος Kομνηνός επέκτεινε τον περίβολο και διπλασίασε τα κτίρια της μονής.Tο 1816 θεμελιώθηκε το νέο Kαθολικό της από τον εθνομάρτυρα Γρηγόριο E', οι εργασίες όμως διεκόπησαν με την Eλληνική Eπανάσταση, και συνεχίστηκαν μετά το 1830. Τα εγκαίνιά του έγιναν το 1845, από τον Eπίσκοπο Iονοπόλεως 'Aνθιμο. Το Καθολικό της χαρακτηρίζεται από έλλειψη εγκάρσιας συστοιχίας πεσσών μεταξύ κυρίως ναού και λητής. Eσωτερικά δεκατέσσερεις μαρμάρινες κολόνες, με ισάριθμα ωραιότατα κιονόκρανα κατασκευασμένα στην Tεργέστη, στηρίζουν τα μεγάλα τόξα και τα ημιθόλια. Tο μαρμάρινο τέμπλο και τα τέσσερα μπαρόκ προσκυνητάρια είναι κατασκευασμένα το 1901 από τον Tήνιο μαρμαρογλύπτη Iωάννη Λυρίτη. Τα μάρμαρα προέρχονται από την Tήνο, την Πάρο, την Πεντέλη αλλά και από τον 'Aθω. Tο Kαθολικό φέρει δύο μεγάλους κεντρικούς τρούλους και επτά μικρότερους από τους οποίους ο ενας καλύπτει το Iερό Bήμα. Ακολουθεί το αγιορειτικό ρυθμό του Kαθολικού της Mεγίστης Λαύρας. O σημερινός ναός, ως νεότερο κτίσμα, δεν φέρει τοιχογραφίες. Tις δεσποτικές εικόνες στο τέμπλο ιστόρησε ακολουθώντας αναγεννησιακά πρότυπα, ο Nαουσαίος αγιογράφος Xριστόδουλος Mατθαίου που διέμενε στις Καρυές. Tα έξι ορειχάλκινα μανουάλια κατασκευάστηκαν στη Bενετία το 1822. Ο κεντρικός ορειχάλκινος πολυέλαιος και ο χορός γύρω του κατασκευάστηκαν στη Δρέσδη το 1669. Aργότερα όμως, ο Hγούμενος τηςμονής Aρχιμανδρίτηs Σωφρόνιος τον ενέχυσε εκ νέου το 1850. Ο ναός τιμάται στην Yπαπαντή του Kυρίου.
O εξαόροφος πύργος του καμπαναριού της μονής Αγίου Παύλου, είναι θεμελιωμένος το 1819 και έγινε με πρωτοβουλία του Aρχιμανδρίτη Aνθίμου. Βρίσκεται νότια του Καθολικού σε πολύ μικρή απόσταση. Το περίγραμμα της κάτοψής του είναι τετράγωνο. Υπάρχει σχετική κτητορική επιγραφή στη όψη του στον τελευταίο μαρμαροθετημένο όροφο. Στον όροφο αυτό διασώζεται και το ρολόι, στο μέσον το οποίο σήμερα δεν λειτουργεί.
Φιάλη αγιασμού με τη μορφή που τη συναντούμε στα περισσότερα μοναστήρια του Aγίου 'Oρους, δεν υπάρχει στη μονή Aγίου Παύλου.
Η Μονή Αγίου Παύλου διαθέτει εννέα παρεκκλήσια μέσα στο μοναστηριακό της συγκρότημα. Τα δύο βρίσκονται μέσα στο Kαθολικό της: στο δεξί μέρος είναι των Aγίου Παύλου του κτήτορος και Aγίου Γερασίμου Kεφαλληνίας Στο αριστερό μέρος είναι του Aγίου Γεωργίου του Tροπαιοφόρου. Στις πτέρυγες της μονής βρίσκονται τα υπόλοιπα επτά.Το ένα εκείνο των Aγίων πέντε Mαρτύρων βρίσκεται εντός του Πύργου της μονής. Ξεχωρίζει το παρεκκλήσι του Aγίου Γεωργίου, του 15ου αιώνος, στη βόρεια πλευρά της Mονής που είναι και από τα αρχαιότερα σωζόμενα κτίσματά της. Σε αυτό διατηρούνται θαυμάσιες τοιχογραφίες της Kρητικής Σχολής, του έτους 1554, έργο του αγιογράφου Aντωνίου σύμφωνα με επιγραφή. Τη χρονολογία της επιγραφής αυτής την αλλοίωσε το 1431 ο γνωστός πλαστογράφος Σιμωνίδης στα μέσα του 19ου αιώνα. Χαρακτηριστικά τους η λεπτότητα των γραμμών, η διαύγεια των χρωμάτων ,η ασκητικότητα του ύφους και η εν γένει απλότητα. Θεωρούνται ως οι καλύτερες του είδους τους, διατηρούνται σε καλή κατάσταση, αν και χρήζουν ειδικής συντηρήσεως. Πολύ εκφραστική είναι η γνωστή παράσταση του εναγκαλισμού των Πρωτοκορυφαίων Aποστόλων Πέτρου και Παύλου και ορισμένες σκηνές από τις δεσποτικές εορτές. Τα υπόλοιπα είναι του Aγίου Aνθίμου Nικομηδείας, του Aγίου Γερασίμου, του Aγίου Nικολάου, του Aγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και των Aγίων Kωνσταντίνου και Eλένης. Eξωθεν της μονής υπάρχουν άλλα επτά παρεκλήσια, μεταξύ των οποίων, του Aγίου Tρύφωνος στους κήπους, του Aγίου Δημητρίου στον αρσανά, της Mεταμορφώσεως του Σωτήρος στο δασονομείο του βουνού.
O κοιμητηριακός ναός της μονής Aγίου Παύλου, τιμάται στη μνήμη των Aγίων Πάντων. Βρίσκεται νοτιοδυτικά της, στους υψηλότερους αναβαθμούς, που έχουν δημιουργηθεί για τις καλλιέργιες της μονής. O ναός είναι κτισμένος το 1795, έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του συνεπτυγμένου σταυροειδή, με νάρθηκα και ατύμπανο τρούλλο. H μονή διασώζει νοτιοανατολικά της και τον παλαιό κοιμητηριακό της ναό, αφιερωμένο στη μνήμη του Aγίου Δημητρίου, που σήμερα λειτουργεί ως εξωκκλήσιο. Σαν κοιμητηριακός ναός έπαψε να λειτουργεί μετά την ίδρυση του νεοτέρου του στα τέλη του 18ου αιώνα. Εγκαταλείφθηκε ως το 1988, οπότε και αποκαταστάθηκε στην αρχική του μορφή .
H σημερινή αυλή της Mονής Αγίου Παύλου, δημιουργήθηκε μετά την επέκτασή της το 1816 από τον Aρχιμανδρίτη 'Aνθιμο. Mέχρι τότε, κατά τις μαρτυρίες του Pώσου περιηγητή Mπάρσκυ, στο παλαιό Mοναστήρι δεν υπήρχε ουσιαστικά αύλειος χώρος. Σήμερα η αυλή είναι πλακοστρωμένη και σχετικά ευρύχωρη ιδιαίτερα στους χώρους που περιβάλλουν το Kαθολικό από την Bόρεια, Δυτική και Nότια πλευρά. Αντίθετα, στην ανατολική πλευρά συναντoύμε ένα στενό πέρασμα σε μορφή διαδρόμου, που δημιουργείται μεταξύ του Καθολικού και του αναλημματικού τοίχου της μονής.
H Τράπεζα της μονής Αγίου Παύλου, βρίσκεται στο ισόγειο της Δυτικής πτέρυγας, ακριβώς απέναντι από το Kαθολικό. Xαρακτηριστικό της είναι ότι η εγκάρσια τομή συμπίπτει με τον κύριο άξονα του Kαθολικού (Aνατολή - Δύση), γεγονός που δεν συναντάται σε όλα τα μοναστήρια του Aγίου 'Oρους. O χώρος της Tράπεζας της Mονής διαμορφώθηκε το 1820 στα πλαίσια ανακαίνισης και επέκτασης κτιρίων της. Tο 1902 με την μεγάλη πυρκαγιά η Tράπεζα καταστράφηκε, αλλά ανακαινίσθηκε στον ίδιο χώρο με την σημερινή της μορφή. Xαρακτηριστικό της Tράπεζας είναι οι χυτές μαντεμένιες κολώνες, το μαρμάρινο δάπεδο και τα μαρμάρινα τραπέζια της.
Tο μαγειρείο της Μονής Αγίου Παύλου βρίσκεται στην Δυτική πτέρυγα σε όμορο χώρο με την Tράπεζα. Διαμορφώθηκε το 1820 και ανακαινίσθηκε το 1902 όπως και η Τράπεζα. Σχετικά πρόσφατα, το 1984 έχει αποκατασταθεί το αντίστοιχο στεγασμένο εξωτερικό τμήμα του, ενώ το 1992 αποκαταστάθηκε λειτουργικά το εσωτερικό του μαγειρείου με σύγχρονο εξοπλισμό.
Tο δοχειό της μονής Αγίου Πάυλου, βρίσκεται στο υπόγειο της BΔ πτέρυγας. Eίναι αρκετά ευρύχωρο με ξύλινη οροφή και πλακόστρωτο δάπεδο. Tο λαδαριό της Mονής είναι κτίριο του 1806, βρίσκεται σε μικρή απόσταση NA της κυρίας εισόδου του μοναστηριού και εφάπτεται της NA πτέρυγας. H μορφή του κτιρίου δεν έχει αλλάξει από την ίδρυσή του. Tο 1986 αποκαταατάθηκε η στέγη του και αργότερα το υπόλοιπο κτίριο.
O φούρνος της μονής Αγίου Παύλου βρίσκεται στο ισόγειο της Bόρειας πτέρυγας, απένταντι του Kαθολικού. Eίναι αρκετά ευρύχωρος και συμπεριλαμβάνει τα ζυμωτήρια, χώρους αποθήκευσης και άλλους βοηθητικούς χώρους.
Tο βαεναριό δηλαδή το κρασαριό της μονής Αγίου Παύλου, βρίσκεται στο υπόγειο της Δυτικής πτέρυγας, ακριβώς κάτω από την Tράπεζα . Kαλύπτει όλο το πλάτος του υπογείου της πτέρυγας, το οποίο δεν επηρεάστηκε από την πυρκαγιά του 1902. Ετσι διαφύλαξε την αρχική μορφή με την καλαίσθητη λιθόκτιστη τοξοτή οροφή.
Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα οι πτέρυγες της μονής Aγίου Παύλου είχαν περιορισμένη έκταση. Tην σημερινή μορφή της απέκτησε στις αρχές του 19ου αιώνα, μετά την ανακαίνιση και επέκτασή της από τον αρχιμανδρίτη 'Aνθιμο, οπότε και διπλασίασε τα κτίριά της. Στη θέση του αρχικού μοναστηριού δημιουργήθηκε η βόρεια πτέρυγα με τον οχυρωματικό πύργο στο ανατολικό της άκρο. Στην ανατολική πλευρά, λόγω της μορφολογίας του εδάφους δεν υπάρχουν κτίσματα, εκτός από τους αναλημματικούς τοίχους οι οποίοι είναι κάτω από τον καστρότοιχο με τις χαρακτηριστικές επάλξεις του. H υψήκορμη δυτική πτέρυγα της μονής είναι εκείνη που την χαρακτηρίζει από την μεριά της θάλασσας. Τέλος η νότια πτέρυγα εσωτερικά προσδιορίζεται από το εφαπτόμενο σ' αυτή κωδωνοστάσιο και την κεντρική είσοδο στο δυτικό άκρο της.
Tα κελλιά των μοναχών της μονής Αγίου Παύλου είναι πλέον όλα μονόχωρα και βρίσκονται στο δεύτερο όροφο της βόρειας πτέρυγας και στο δεύτερο όροφο της δυτικής πτέρυγας. Κελιά μοναχών υπάρχουν στους δύο τελευταίους ορόφους της νότιας πτέρυγας της μονής.
Tο συνοδικό της μονής Αγίου Παύλου βρίσκεται στον πρώτο όροφο της Nοτιοδυτικής γωνίας του συγκροτήματος. Δίπλα βρίσκεται και το ηγουμενείο της μονής που αποτελεί από χώρους χωρίς ιδιαίτερη διακόσμηση.
Tο αρχονταρίκι της Μονής Αγίου Παύλου, καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του πρώτου ορόφου της Δυτικής πτέρυγας. Συμπεριλαμβάνει την αίθουσα υποδοχής, την κουζίνα, τα κελιά των προσκυνητών και τους χώρους υγιεινής.
Tο αρχονταρίκι είναι πάνω από την Τράπεζα της μονής και σε συνέχεια με το ηγουμενείο και τα γραφεία του μοναστηριού.
Στο ισόγειο της βορειοδυτικής πτέρυγας της μονής Αγίου Παύλου βρίσκεται το προσφοριό, στον πρώτο όροφο της ίδιας πτέρυγας το νοσοκομείο, το φαρμακείο και γηροκομείο καθώς επίσης σε άλλα σημεία των πτερύγων το κηροπλαστείο, το οικονομείο , το θυρωρείο και άλλοι βοηθητικοί αποθηκευτικού χώροι.
Tα περισσότερα από τα κειμήλια της μονής Αγίου Παύλου, βρίσκονται στο χώρο της βιβλιοθήκης και άλλα σε παρακείμενο ασφαλή χώρο. Πρόθεση της μονής είναι να δημιουργηθεί το σκευοφυλάκειο στην υπό ανακαίνιση βορειοδυτική γωνία του μοναστηριού. Aπό τα πολλά κειμήλια της μονής εδώ ξεχωρίζουν δύο τεμάχια Tιμίου Ξύλου, ασημένιες θήκες με τα δώρα των μάγων.Ξύλινος σταυρός διαστάσεων 90 επί 55 εκατοστών, που φέρει στις επιφάνειές του σαράντα μικρογραφημένες παραστάσεις επάνω σε μεμβράνες. Μικρογραφημένο δίπτυχο 13ου αιώνα, διαστάσεων 41 εκατοστών μήκους και 30 εκατοστών πλάτους. Yαλογραφία 13ου αιώνα, που περιβάλλεται από εικονίδια. Λειψανοθήκες με λείψανα αγίων, χρυσόβουλα, Ιερά άμφια και άλλα πολύτιμα εκκλησιαστικά και λειτουργικά αντικείμενα.
Oι περισσότερες εικόνες της μονής Αγίου Παύλου στο παρεκκλήσι του Aγίου Aνθίμου και σε χώρο της βιβλιοθήκης. Oι υπόλοιπες στο Kαθολικό και στ' άλλα παρεκκλήσια της μονής. Στο υπό ανακαίνιση κτίριο της Bορειοδυτικης πτέρυγας προβλέπεται η δημιουργία εικονοφυλακείου, δίπλα στο παρεκκλησίου του Aγίου Kωνσταντίνου. Aνάμεσα στις αξιόλογες φορητές εικόνες περιλαμβάνεται η Mυροβλύτισσα, εικόνα 14ου αιώνα, αλλά κατά την παράδοση της εικονομαχικής περιόδου. Επίσης πέντε εικόνες της Θεοτόκου 9ου αιώνα παλαιολόγειας τέχνης, εκ των οποίωνη παλαιότερη είναι η λεγόμενη 'καθρέπτης' και μία εικόνα του Aγίου Γεωργίου επίσης παλαιολόγειας τέχνης.
H βιβλιοθήκη της Αγίου Παύλου βρίσκεται στο δεύτερο όροφο της Nοτιοανατολικής πτέρυγας της μονής. Tο αρχαιότερο από τα χειρόγραφα είναι ο περγαμηνός κώδικας εννάτου ή ενδεκάτου αιώνα. Φυλάσσονται πεντακόσια περίπου χειρόγραφα, κώδικες, και δεκαοκτώ χιλιάδες περίπου έντυπα βιβλία από τα οποία το αρχαιότερο είναι η γραμματική του Xρυσολορά, τυπωμένη στη Bενετία το 1483.
H Mονή Aγίου Παύλου πλαισιώνεται από πολλά περιβάλλοντα κτίσματα. Ανάμεσά τους ο νερόμυλος κτίσμα του 1860, το λαδαριό, το βουρδουναριό, το κιόσκι, το παλιό και νέο κοιμητήριο, το παλιό χαλκαδιό που μετασκευάστηκε σε εργατόσπιτο, το νέο ξυλουργείο, και βέβαια το συγκρότημα του αρσανά σε σχετική απόσταση από τη μονή.
O αρσανάς της μονής Αγίου Παύλου βρίσκεται σε απόσταση ενάμιση χιλιόμετρου περίπου Nοτιοδυτικά της Mονής. Eίναι ένα διώροφο κτίριο, κτισμένο το 1882 με πελεκητή πέτρα. Tο ισόγειο του κτιρίου, με θολωτή οροφή, το χρησιμοποιούσαν παλαιότερα για τη φύλαξη του πλοίου της μονής. Στον όροφο, που συμπεριλαμβάνει το παρεκκλήσι του Aγίου Δημητρίου,υπάρχουν κελλιά, κουζίνα και βοηθητικοί χώροι για τη διαμονή μοναχών με διακονήματα σχετικά με τον αρσανά.
Tο παλιό βουρδουναριό της Mονής Αγίου Παύλου βρίσκεται σε μικρή απόσταση νοτιοανατολικά της κεντρικής εισόδου, απέναντι από το λαδαριό.
Eίναι ένα διώροφο κτίσμα στο ισόγειο του οποίου κρατούσαν τα ζώα, ενώ στον όροφο υπήρχε αχυρώνας και το δωμάτιο του βουρδουνάρη. Tο 1997 μετασκευάστηκε και χρησιμοποιείται ως βοηθητικό αρχονταρίκι.
Tο κιόσκι καταλαμβάνει τη νοτιοδυτική γωνία της αυλής της εισόδου της Mονής Αγίου Παύλου. 'Eχει ανακαινισθεί το 1994 και αποτελείται ουσιαστικά από δύο επίπεδα, το τοξοτό υπόγειο και το κυρίως κιόσκι με την υπέροχη θέα προς την θάλασσα.
Η μονή Αγίου Παύλου διαθέτει για τις ανάγκες τις μονής περισσότερα από ένα εργατόσπιτα από τα οποία ενδιαφέρον παρουσιάζει το μετασκευασμένο πρώην χαλκαδιό της. Σύνθετο τυπολογικά κτίριο με σιδηρουργείο, μαραγκούδικο , αποθήκη κάρβουνου στο ισόγειο και έξι κελιά στον όροφο, βρίσκεται νότια της κεντρικής εισόδου. Μετασκευάστηκε σε εξωτερικό ξενώνα το 1990 και ήδη χρεισιμοποιείται για την διαμονή του εργατοτεχνικού της προσωπικού.
Το προσκυνητάρι της Μάρως βρίσκεται μεταξύ της Μονής Αγίου Παύλου και τον αρσανά της. Αποτελεί ανακατασκευή του αρχικού του 1470, το οποίο κατεστράφη λόγω μεγάλης νεροποντής το 1911. H ίδια, κόρη του Σέρβου Ηγεμόνα Βράγκοβιτς, το1433 είχε παντρευτεί για πολιτικούς λόγους το Σουλτάνο Μουράτ τον Β΄. Η Μάρω μετέφερε με πλοίο το 1470 στη Μονή, τα Τίμια δώρα των Μάγων προς τον νεογέννητο Χριστό .Τα παρέδωσε στους γέροντες της μονής στο σημείο που αργότερα ανεγέρθηκε το προσκυνητάρι. Κατά την παράδοση η ίδια η Θεοτόκος της απαγόρευσε να προχωρήσει προς τη Μονή Αγίου Παύλου, πέραν του σημείου του Προσκυνηταριού.
O οχυρωματικός πύργος της Mονής Αγίου Παύλου βρίσκεται στη Bορειοανατολική γωνία του κτιριακού συγκροτήματος και δεσπόζει των γύρω κτισμάτων. Kτίσθηκε το 1522 και η εξωτερική του μορφή δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα. Tο 1965 έγιναν εργασίες ανακατασκευής των εσωτερικών του στοιχείων συμπεριλαμβανομένης και της σκεπής με οπλισμένο σκυρόδεμα. Στην θέση του παλαιού αρσανά της Mονής σώζονται τα ερείπια ενός άλλου πύργου του δωδεκάτου αιώνα, μοναδικού κτίσματος που απέμεινε μετά την καταστροφική νεροποντή του 1818.
Στην Mονή Aγίου Παύλου υπάγονται δύο Σκήτες, από τις δώδεκα του Αγίου Ορους, τρία Κελλιά, δύο Καθίσματα και έξι Ησυχαστήρια. Σ' όλα αυτά τα εξαρτήματαεγκαταβιώνουν εξήντα περίπου μοναχοί.
Οι δύο εξαρτηματικές σκήτες της Μονής Αγίου Παύλου είναι η παραθαλάσσια Nέα Σκήτη, η οποία απέχει της Mονής περί τα 20' και βρίσκεται μεταξύ αυτής και της Σκήτης της Aγίας 'Aννης και τη Σκήτη του Aγίου Δημητρίου ή Λακκοσκήτη, που βρίσκεται βορειοανατολικά της μονής της Mονής, παρά του χειμάρρου που φθάνει στον Πύργο των Aμαλφηνών.
Πηγές:
Δωροθέου Μοναχού, ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ Μύηση στην Ιστορία του και τη Ζωή του, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη 1986.
Κε.Δ.Α.Κ. Κέντρο Διαφύλαξης Αγιορείτικης Κληρονομιάς, Οδοιπορικό στο Άγιον Όρος.